Category: Συνεντεύξεις


Συνέντευξη στο 3pointmagazine.gr

Μία ανατρεπτική συνέντευξη στη Χρύσα Βαινανίδη

Άννα Κουρουπού: Η φράση «καλύτερα το παιδί μου να γίνει δολοφόνος παρά πούστης» είναι μία τραγωδία.
06-07-2012

Όπως έχει δηλώσει και η ίδια «γράφτηκε στο μητρώο αρένων, αλλά το Άννα της πήγαινε καλύτερα». Η Άννα Κουρουπού, είναι ξεχωριστή. Όχι γιατί άλλαξε φύλο σε ηλικία 25 χρονών, αλλά γιατί κατάφερε να επιβιώσει από το σκληρό μονοπάτι που επιφύλασσε η επιλογή της – άλλωστε κάθε επιλογή δεν έχει και ένα τίμημα;

Αυτό που, ίσως, κρατήσει κανείς από τα λόγια της Άννας, είναι πως στην ζωή τίποτα δεν χαρίζεται απλόχερα. Αντίθετα, οφείλει κανείς να το κατακτήσει. Είτε αυτό είναι η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός, είτε η επιλογή της σεξουαλικότητας.

Μια συνέντευξη στο 3pointmagazine.gr για την σεξουαλική απελευθέρωση, το ρατσισμό, τα στερεότυπα και τα ταμπού, τον συντηρητισμό της ελληνικής κοινωνίας και το ρόλο της εκκλησίας, την ευθύνη των γονιών αλλά και την ευθύνη απέναντι στον εαυτό μας.

Πότε αποδέχτηκες τον εαυτό σου;
«Δεν μπήκα ποτέ σε δίλημμα. Δεν πρόλαβα καν να αποδεχτώ τον εαυτό μου, ήμουν αυτό που ήμουν. Η μάνα μου ήταν εκείνη που το αντιλήφθηκε όταν εγώ ήμουν έξι χρονών. Έκανα γυναικείες δουλειές στο σπίτι, σκούπιζα, σφουγγάριζα. Τα άλλα αγόρια γιατί δεν το έκαναν; Δεν αναρωτήθηκα ποτέ εγώ, αναρωτήθηκαν όμως οι γονείς μου. Ένα παιδί έξι χρονών δεν μπορεί να έχει συνείδηση τι κάνει, ούτε έχει συνείδηση της σεξουαλικότητας του. Αργότερα, κρυφά από τη μάνα μου έβαζα τα τακούνια της ή έβαζα κραγιόν. Κάτι άλλο συνέβαινε, απλώς δεν καταλάβαινα τι ήταν αυτό το άλλο».

Πώς και πότε, λοιπόν, κατάλαβες τι ήταν αυτό το άλλο; Πότε συνειδητοποίησες τι συμβαίνει;
«Σταδιακά. Μεγαλώνοντας, όταν οι ορμόνες σου είναι στο «κόκκινο». Γύρω στα δέκα, όταν με πλησίασε ερωτικά ένα κορίτσι ένιωσα ανατριχίλα, αποστροφή. Κατάλαβα ότι δεν ήθελα. Σε αντίθεση με ένα φίλο μου που όταν παίζαμε «τα μήλα» και με ακουμπούσε δήθεν τυχαία, ή τον ακουμπούσα εγώ δήθεν τυχαία, ένιωθα αυτή την αύρα, την προκαλούσα, την ήθελα. Έτσι γύρω στα δεκατρία, κατάλαβα ότι είμαι ένα ξεχωριστό παιδί. Όσο παράδοξο και αν ακούγεται, δεν έκανα καμία επιλογή: ήταν τόσο φυσικό».

Σε ρωτάω σχετικά με την αποδοχή του εαυτού και την επιλογή της σεξουαλικότητας, διότι πολλοί θεωρούν ότι είναι «μόδα» να είσαι ομοφυλόφιλος.
«Προσωπικά, δεν μπορώ να καταλάβω πώς κάποιος μπορεί να πει «από αγόρι θα γίνω ομοφυλόφιλος ή bi-sexual» από μόδα. Ή επειδή αυτοί οι άνθρωποι είναι περισσότερο μέσα στα πράγματα, τα καλλιτεχνικά, την τηλεόραση, τη show biz να είπαν να γίνουν ομοφυλόφιλοι. Ίσως κάποιοι από αυτούς να μην είχαν βρει τη σεξουαλικότητα τους και απλώς να τους δόθηκε η αφορμή να το κάνουν. Άλλωστε πολλοί από αυτούς είναι bi-sexual. Επομένως, η σεξουαλικότητα δεν είναι προκαθορισμένη. Μαύρο ή άσπρο. Επίσης, συναντάμε πολλές γυναίκες λεσβίες στις μέρες μας σε σχέση με παλαιότερα. Άρα, δεν είναι μόδα, είναι απελευθέρωση, η οποία δεν ξέρω αν τελικά τα πρέπει να έχει και κάποια όρια».

Ταμπού και στερεότυπα. Απορρίπτονται ή αντικαθίστανται;
«Τα στερεότυπα είναι «αιώνες». Άνδρας – Γυναίκα. Δεν είναι εύκολο να αλλάξουν. Και γιατί να αλλάξουν άλλωστε; Είναι πολύ όμορφο να βλέπεις ένα ζευγάρι, έναν άνδρα και μια γυναίκα να είναι αγκαλιασμένοι, πιασμένοι χεράκι-χεράκι. Και το βλέπω και αλλιώς: ας υπάρχουν στερεότυπα. Ο καθένας ας κάνει ό,τι θέλει, αρκεί να μην ενοχλεί τον διπλανό του. Αν ενοχλούμαι εγώ από το πώς είσαι εσύ, το πρόβλημα είναι δικό μου, όχι δικό σου».

Έφυγες σε μικρή ηλικία από το σπίτι των γονιών σου. Γιατί το έκανες; Συνήθως οι έφηβοι έχουν μια δόση επαναστατικότητας και αντίδρασης. Νιώθουν ότι δεν τους καταλαβαίνει κανείς ή ότι δεν τους χωράει ο τόπος. Ίσχυε αυτό στη δική σου περίπτωση;
«Καταρχάς έφυγα για να μην προσβάλλω τους γονείς μου. Δεν χωρούσα, όπως το είπες. Λίγο πριν την αλλαγή φύλου, ένιωσα ότι πρέπει να ανοίξω τα φτερά μου. Έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου. Ήξερα ότι οι γονείς μου δεν μπορούσαν να με βοηθήσουν σε αυτό. Είχα την επιθυμία να γνωρίσω έναν καινούργιο κόσμο, που φάνταζε πολύ γοητευτικός στα μάτια μου τότε – που δυστυχώς δεν είναι».

Λένε, ότι ο πραγματικά δικός μας δρόμος είναι αυτός που μας γεμίζει με φόβο. Όταν αποφάσισες να κάνεις μια νέα αρχή, να χαράξεις το δικό σου δρόμο, ένιωσες φόβο;
«Τίποτα δεν φοβόμουν. Όταν είσαι νέος, δεν φοβάσαι τίποτα. Ο φόβος ωριμάζει όσο μεγαλώνεις. Δεν φοβήθηκα τίποτα, αλλά γιατί δεν ήξερα τίποτα».

Τι κάνει έναν άνθρωπο να βγει στο πεζοδρόμιο;
«Στη δική μου εποχή ήταν θέμα επιβίωσης. Σε ανάγκαζαν οι καταστάσεις, δεν σε άφηναν να κάνεις κάτι άλλο, αν η οικογένεια σου δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να σε στηρίξει. Κανείς δεν θέλει να βγει στο πεζοδρόμιο. Πολλές φίλες μου από εύπορες οικογένειες δεν χρειάστηκε να βγουν ποτέ στο πεζοδρόμιο. Και μην ξεχνάς πως όταν είσαι παιδί, ρουφάς σαν σφουγγάρι. Όταν βλέπεις τα είδωλα σου, αυτό που θες να γίνεις, να κάνει κάτι τέτοιο, υποθέτεις ότι αυτό είναι το σωστό, άρα θα το κάνεις και εσύ. Αν όμως υπάρξει άλλη εναλλακτική, θα μπεις στη διαδικασία να πεις «μήπως αυτό είναι καλύτερο»; Αλλά πολλές φορές δεν βλέπεις τον άλλο δρόμο γιατί μπορεί να μην υπάρχει. Τώρα, έχουν εκτροχιαστεί τα πράγματα. Πολλά παιδιά στη Συγγρού ανταλλάσουν το κορμί τους για μια γραμμή κόκα, χωρίς καν λεφτά. Δεν έχει σταματημό η κατρακύλα».

Γιατί τόσος ρατσισμός και μένος για τους ομοφυλόφιλους;
«Ομοφοβία. Από ποιους όμως εκφράζεται αυτός ο ρατσισμός; Από τους ίδιους τους άνδρες. Το παίρνουν προσωπικά, θεωρούν ότι προσβάλλει το φύλο τους. Και μάλιστα όταν αυτό το συναίσθημα είναι έντονο, συνήθως υπάρχει μια συγκεκαλυμμένη ομοφυλοφιλία. Άλλωστε το τόσο μίσος, δεν σε βάζει σε υποψίες; Κάτι κρύβεται από πίσω: ο φόβος να το αντικρίσει. Ο φόβος να δει τον εαυτό του, που είναι ο καθρέφτης του. Όταν κρύβεσαι και βλέπεις έναν άλλο άνετο και ελεύθερο, κατευθείαν θα σου βγουν στην επιφάνεια η ζήλεια και η κακία, γιατί εσύ δεν μπορείς να το κάνεις, φοβάσαι. Και τι θα κάνεις; Θα τον κράξεις, για να φανείς και πιο άνδρας. Αυτό βέβαια δεν ισχύει πάντοτε για όλους, μιλάμε όμως για ένα μεγάλο ποσοστό».

Η εμπειρία δείχνει ότι αυτή η ομοφοβία εκφράζεται και από όργανα εξουσίας. Αστυνομικούς και παπάδες, για παράδειγμα.
«Δεν θα το οριοθετούσα μόνο στα εξουσιαστικά επαγγέλματα, αλλά βεβαίως και ισχύει. Πάρε παράδειγμα την εκκλησία. Όλοι γνωρίζουν τα σκάνδαλα μεταξύ των παπάδων. Τα ακούμε καθημερινά. Και το έχω ζήσει και προσωπικά με φίλη μου παπαδοπαίδι.

Και τι κάνει λοιπόν η εκκλησία; Αφορίζει τους ομοφυλόφιλους. Το ίδιο ισχύει και με αστυνομικούς, που μας έδερναν και μας έβριζαν με ένα μίσος ατέλειωτο. Το θέμα είναι οι άνθρωποι να είναι αληθινοί και καθαροί. Επομένως ερχόμαστε και πάλι στην παιδεία».

Εννοείς την παιδεία που αντί να διαμορφώνει ανθρώπους ελεύθερους, τους εγκλωβίζει;
«Ακριβώς. Στα σχολεία προτιμούν να διδάσκεται το μάθημα των θρησκευτικών που εγκλωβίζει τη σκέψη από το μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης είναι ένα μάθημα ενδιαφέρον και ευχάριστο, και που αφορά όλα τα παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο, δεν θα ήταν τα παιδιά πιο προετοιμασμένα για αυτό που θα συναντούσαν μπροστά τους; Άλλωστε είναι η ηλικία τέτοια, στην εφηβεία, που έχεις την περιέργεια να μάθεις. Τα πρότυπα, τηλεοπτικά ή μη, είναι πολλά και αν δεν είσαι προετοιμασμένος μπορεί να χάσεις το μέτρο. Θα μου πεις γιατί να μην το χάσεις; Δεν πρέπει να ξεφεύγει κανείς από τα όρια, είναι επικίνδυνο. Διότι αργότερα ίσως να μην υπάρχει γυρισμός».

Δεν θεωρείς όμως την ελληνική κοινωνία άκρως συντηρητική για να κάνει κάτι τέτοιο;
«Η ελληνική κοινωνία είναι πιο συντηρητική από ποτέ. Γιατί περισσότερο από ποτέ; Γιατί τώρα βγαίνουν πολλά πράγματα στην επιφάνεια. Πολλοί άνθρωποι απελευθερώθηκαν και τρόμαξε ο κόσμος. Αυτό είναι οπισθοδρομικό».

Όταν κανείς δέχεται τόσο ρατσισμό, τόση βία, τόση περιφρόνηση όση έχουν ζήσει οι ομοφυλόφιλοι, που τα έχεις ζήσει και εσύ στο πετσί σου, πώς προστατεύεις τον εαυτό σου; Και κυρίως, πώς σαν άνθρωπος μπορείς να εξασφαλίσεις ότι δεν θα επιστρέψεις αυτή τη βία πίσω, ή ότι δεν θα την βγάλεις αλλού, ακόμη και στον ίδιο σου τον εαυτό;
«Πρώτα από όλα έχει να κάνει με τον άνθρωπο, αλλά και με το περιβάλλον. Προσωπικά απεχθάνομαι τη βία. Έτσι, καταλήγουμε στους γονείς μου. Που αλλού να ανατρέξω, αφού το λιμάνι μου ήταν αυτό; Όταν είσαι παιδί και δέχεσαι βία, το γιαούρτι ή το αυγό στη Συγγρού, το κράξιμο ή τις βρισιές – που βία είναι και αυτό, σου μένει. Δεν χρειάζεται να σε χτυπήσουν για να νιώσεις τη βία. Το λιμάνι μου ήταν η μάνα μου, η σκέψη της. Αν σε αποδεχθεί η οικογένεια σου, αν αποδεχθεί ακριβώς αυτό που είσαι, χωρίς να χρειαστεί να υποκριθείς ή να πεις ψέματα, τότε μπορείς να αποκτήσεις μια βάση. Εγώ ήμουν ειλικρινής από την πρώτη στιγμή».

«Το βιβλίο σου με τίτλο «Γιατί δεν έχω σαν το δικό σου, μαμά» εκδόθηκε πριν ένα χρόνο. Γιατί τότε; Γιατί όχι νωρίτερα;
«Στην αρχή δεν είχα σκοπό να το εκδώσω. Αποφάσισα να γράψω όπως έγραφα παλιά. Όλα όσα είχα ζήσει, ένιωθα και σκεφτόμουν, ήθελα να τα βάλω σε μια σειρά. Γι αυτό και το βιβλίο είναι «κομματιαστό», είναι κομμάτια της ζωής μου, δεν είναι αυτοβιογραφία. Μου βγήκε φυσικά, σαν ιστορία. Έφερνα στο μυαλό μου τις εικόνες, και έβαζα το τρίτο πρόσωπο για να τις δω πιο καθαρά».

Φοβόσουν να βάλεις πρώτο πρόσωπο στην αφήγηση σου;
«Όχι, απλώς πιστεύω ότι δεν θα παρουσιάζονταν τόσο αντικειμενικό. Το πρώτο πρόσωπο είναι πάντοτε πιο συναισθηματικό. Ήθελα να το δω λίγο απέξω. Για παράδειγμα, η σκηνή μέσα στο αμάξι με εκείνον που προσπάθησε να ασελγήσει εις βάρος μου. Αν είχα προσπαθήσει να γράψω το περιστατικό σε α’ πρόσωπο ίσως να μην το είχα γράψει ποτέ. Όταν το έγραφα άρχισα να κλαίω, με πήρε θυμάμαι πολύ από κάτω. Το γ’ πρόσωπο μου βγήκε πιο εύκολα».

Πόσο εύκολο είναι να βγαίνεις έξω από τον εαυτό σου και να τον αντικρίζεις από άλλη οπτική γωνία;
«Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Και δεν το καταφέρνεις πάντα. Αλλά τα όσα έζησα ήταν τόσο μακρινά και αυτό με βοήθησε να τα γράψω. Όταν ήρθα στην Αθήνα ήμουν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Εκείνη την περίοδο, συνειδητοποίησα πολλά για τον εαυτό μου. Ήταν ένας απολογισμός. Αυτό είναι το βιβλίο: ένας απολογισμός με ένα μήνυμα. Το μήνυμα είναι να προσπαθήσεις να έχεις μια φυσιολογική ζωή, ακόμα και αν αυτή είναι μέσα σε πολλά εισαγωγικά. Ότι αν θέλεις, μπορείς. Καμιά φορά οι άνθρωποι αποκλείονται από μόνοι τους. Δεν φταίει μόνο η κοινωνία. Γιατί εγώ σε μια ολόκληρη κοινωνία πήγα ανάποδα; Ίσως γιατί αγαπούσα τον εαυτό μου και δεν το είχα καταλάβει τότε».

Αναφορικά με το βιβλίο σου έχεις πει ότι κατά κύριο λόγο θες αυτό το βιβλίο να το διαβάσουν μητέρες. Γιατί κυρίως αυτές;
«Οι μητέρες είναι εκείνες που καθοδηγούν τα παιδιά, και κυρίως τα αγόρια. Η ομοφυλοφιλία συναντάται πιο πολύ στα αγόρια – κακά τα ψέματα – με τη λογική ότι οι γυναίκες μπορούν να το κρύψουν πιο εύκολα ή συνήθως περνούν μια φάση. Γαλουχείται αλλιώς η κοπέλα. Οι μάνες είναι αυτές που κρατάν τα σπίτια, και ας φαίνεται ο πατέρας μπροστά. Μπορεί να ακούγεται βαρύγδουπο αλλά η αποδοχή της μητέρας είναι μεγαλείο. Να αποδέχεται το παιδί της όπως είναι, και όχι να ακούω «καλύτερα το παιδί μου να γίνει δολοφόνος παρά πούστης». Η φράση αυτή είναι μια τραγωδία. Να βλέπεις μανάδες να πηγαίνουν με το ταπεράκι στις φυλακές, να υπερασπίζονται τα παιδιά τους που αφαίρεσαν μια ζωή, και να βλέπεις μια μάνα ή έναν πατέρα να αφήνουν το παιδί τους στο δρόμο επειδή θέλει να ακολουθήσει μια διαφορετική σεξουαλική ζωή. Και όταν αφήσεις ένα παιδί στο δρόμο, θα τον χάσει τον δρόμο του».

Πόσο δύσκολο είναι όμως ένας γονιός να αποδεχθεί κάτι τέτοιο; Πώς μπορεί να καταλάβει ότι το παιδί δεν είναι προέκταση του εαυτού του, αλλά ένας διαφορετικός άνθρωπος; Πάντα οι γονείς βλέπουν στα παιδιά τους την συνέχεια της οικογένειας, του χαρακτήρα τους, των επιλογών τους.
«Γκρεμίζονται τα όνειρα τους, τα εγωιστικά τους όνειρα. Ρίχνουν όλο το βάρος σε αυτά και επειδή δεν μπορούν να το αντιμετωπίσουν, διώχνουν το παιδί. Είναι ό,τι χειρότερο μπορούν να του κάνουν. Και επιμένω, τότε ήταν άλλες εποχές, πιο αθώες. Τώρα οι κίνδυνοι είναι περισσότεροι από ένα πεζοδρόμιο. Ούτε ναρκωτικά μπορούσες να βρεις εύκολα τότε, τα κυκλώματα ήταν πολύ λιγότερα. Τώρα σε όποια γωνία και να γυρίσεις θα βρεις την «κόκα του φτωχού». Να γίνει εγκληματίας; Να μπει σε συμμορία; Να γίνει ρατσιστής και να σκοτώνει μετανάστες; Να μπει στη χρυσή αυγή που είναι η μεγαλύτερη σειρήνα της εποχής μας και διαλαλούν «ομοφυλόφιλοι έρχεται η σειρά σας»

Οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους, απλώς φοβόνται και δεν ξέρουν πώς να αντιμετωπίσουν την κατάσταση».

Τότε τι είδους αγάπη είναι αυτή;
«Εγωιστική. Προστατεύουν τον εαυτό τους, τον κοινωνικό τους περίγυρο, σκέφτονται «τι θα πει ο κόσμος». Αυτή η σάπια κοινωνία, που ξεχνάμε ότι αποτελείται από ανθρώπους και ότι σε μεγάλο βαθμό καθοδηγείται από την εκκλησία. Η εκκλησία τα έχει καταστρέψει όλα: έχει βάλει τα στερεότυπα, τα μη και τα όχι, τα πρέπει και δεν πρέπει. Και είναι άλλο πράγμα η θρησκεία και άλλο η εκκλησία».

Πώς ένα παιδί λοιπόν, μέσα στους συντηρητικούς κόλπους αυτής της κοινωνίας, μπορεί να διαχειριστεί την επιλογή της σεξουαλικότητας του και να την υπερασπιστεί;
«Θα σου αναφέρω ένα παράδειγμα. Τις προάλλες συνάντησα ένα παιδί γύρω στα δεκαοχτώ και μου εξομολογήθηκε ότι είναι ομοφυλόφιλος. Μου είπε πως είναι αποφασισμένος να το κρατήσει για τον εαυτό του και να μην το πει σε κανέναν. «Καταπιέζομαι», μου λέει, και όντως δυσκολευόταν να το πει και στον ίδιο του τον εαυτό. Τον λυπήθηκα. Είναι μια χαμένη ζωή. Δεν είναι η σεξουαλικότητα μόνο. Φαντάσου αυτόν τον ίδιο άνθρωπο μετά από μερικά χρόνια σε ένα τραπέζι με μια παρέα straight, με την κοπέλα του δίπλα και τους φίλους του, έχοντας θάψει κυριολεκτικά τα θέλω του. Στο απέναντι τραπέζι μια παρέα gay να γελάει και να είναι όλοι τους ευτυχισμένοι. Την ίδια στιγμή αυτός ο άνθρωπος θα έχει καταρρεύσει. Τι ζωή είναι αυτή; Δεν είναι χαμένη; Αυτός ο κύκλος πόσες φορές θα επαναληφθεί;

Τελικά, αυτό που περιορίζει τους ανθρώπους δεν είναι οι δυσκολίες, ο ρατσισμός και η ανισότητα. Είναι η αδυναμία του χαρακτήρα τους να διεκδικήσουν τη δική τους ζωή, να εκπληρώσουν τους δικούς τους στόχους. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους ομοφυλόφιλους. Αναφέρομαι σε κάθε άνθρωπο που έχει επιλέξει ένα δύσκολο μονοπάτι, πολλές φορές αντίθετο με εκείνο που θέλουν οι άλλοι.

«Οι ίδιοι οι άνθρωποι χαρακώνονται στην αυστηρή και συντηρητική δομή της κοινωνίας. Φοβούνται. Μπαίνουν σε μια γυάλα. Και όταν αυτή η γυάλα σπάσει τι μένει; Μια χαμένη ζωή».

Όταν η Άννα μένει μόνη με τον εαυτό της, τι σκέφτεται;
«Μένει μόνη με την ανασφάλεια της. Ευχαριστημένη όμως από όσα έζησε. Καλά και κακά. Πεντακάθαρη με τον εαυτό της, κρύσταλλο, και με ήσυχη την συνείδηση της. Δε μου έχει λείψει τίποτα στη ζωή μου. Ακόμα και αύριο να έφευγα από αυτόν τον κόσμο, θα έφευγα γεμάτη».

* Το βιβλίο της Άννας Κουρουπού «Γιατί δεν έχω σαν το δικό σου, μαμά;» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός.

Χρύσα Βαϊνανίδη

Advertisements

http://www.e-orfeas.gr/special/darksideofmoon/7781-%CE%86%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%8D-%C2%AB%CE%A4%CE%BF-95-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%80%CF%89%CE%BD-%CE%AD%CF%87%CE%B5%CE%B9-%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82%C2%BB.html#.UJPGCSQl8zE.facebook

Εάν αναζητήσεις στο ίντερνετ, το όνομα Άννα Κουρουπού, θα εμφανιστούν εκατοντάδες αποτελέσματα. Το όνομα της και το πρόσωπο της, βρίσκονται σε πάρα πολλά έντυπα πανελλαδικής εμβέλειας. Πολύ θα πιστέψουν ότι λόγω της ιδιαιτερότητας της, έχει απασχολήσει τα μέσα με μεγαλειώδης σκάνδαλα και πικάντικες ιστορίες. Κι όμως, η Άννα, είναι ένα σεβάσμιο πρόσωπο στο χώρο τόσο των διεμφυλικών όσο και στο χώρο των straight. Μια δηλωμένη πουτάνα με αξιοπρέπεια, όπως δηλώνει η ίδια. Έχει καταφέρει μέσα από το βιβλίο της «Γιατί δεν έχω σαν το δικό σου μαμά;» να κερδίσει και τον πιο δύσκολο αναγνώστη. Η Άννα, μια γυναίκα, που έχει ζήσει στο έπακρο τη ζωή της, ανοίγει το σπίτι της στον Ορφέα και μας ταξιδεύει στα πιο απόκρημνα, σκληρά αλλά και τρυφερά μονοπάτια της ζωής της.

Ας πάμε λίγο αντίστροφα. Στην αρχή του βιβλίου σου αναφέρεις ότι «Κατάφερα να κρατήσω πέντε αξίες αναλλοίωτες μέσα μου και είμαι περήφανη γι’ αυτό». Κλείνεις όμως λέγοντας ότι «Η Άννα έχασε κάθε σταθερά που είχε στη ζωή της». Μίλησε μου γι’ αυτό.
Η σταθερά αναφέρονταν στην δουλειά μου, δεν ήξερα κάτι άλλο να κάνω. Όσο για τις αξίες, αν και είναι βαριά λέξη, δεν μου αρέσει να πληγώνω ανθρώπους χωρίς λόγο και με λόγο πάλι νοιώθω ενοχές. Πιστεύω ότι έχω ηθική μέσα μου, σέβομαι τους μεγαλύτερους ανθρώπους, είμαι ευγενής και έχω αξιοπρέπεια. Πως μπορεί όμως μια πουτάνα να έχει αξιοπρέπεια; Η αξιοπρέπεια για την πουτάνα, όσο είναι πουτάνα, είναι να μην περάσει τα εσκαμμένα με τον πελάτη. Ο πελάτης έρχεται για να απολαύσει ένα κορμί, δεν πληρώνει για να κάνει ότι δε μπορεί να κάνει με την γυναίκα του ή για να εκπληρώσει κάθε διεστραμμένη φαντασία που μπορεί να έχει.

Έθετες κάποιους περιορισμούς στα βίτσια των πελατών. Δεν ισχύει αυτό που λένε ότι στον έρωτα και στο σεξ όλα επιτρέπονται;
Περιορισμοί υπήρχαν και στην προσωπική μου ζωή, είμαι λίγο συντηρητική. Δε λέω, ότι δεν υπήρχαν περιπτώσεις που δεν ικανοποιούσα κάποια βίτσια πελατών, αλλά με αντίτιμο και αναλόγως τι μου ζητούσαν. Αλλά κυρίως αυτό που έκανα ήταν στοματικό, τρεις στάσεις και τέλος.

Υπάρχουν άντρες που προτιμούν να σχετίζονται και να έχουν σεξουαλικές επαφές με τρανσέξουαλ. Πως το ερμηνεύεις αυτό;
Ένας άντρας που πάει με μία τρανσέξουαλ – δε μιλάμε για μία ή δύο φορές – σίγουρα κάτι του κινεί το ενδιαφέρον. Γιατί να μην πάει με μία γυναίκα; Σίγουρα υποβόσκει μια ομοφυλοφιλία. Μπορεί να αρέσκεται στο να φαντάζεται πως μπορεί να ήταν αυτό το πλάσμα πριν. Όμως το 95% των ανθρώπων έχει ομοφυλοφιλικές τάσεις. Είναι αποδεδειγμένο από την αρχαιότητα αλλά και από μελέτες που έχουν γίνει. Ο άνθρωπος και δη ο άντρας είναι πανσεξουαλικό όν, άλλωστε το βλέπουμε στο πώς πολλαπλασιάζονται σε μεγάλο βαθμό οι gay και οι λεσβίες. Όλοι πάνε με όλους, έστω στην κρυφή τους ζωή.

Παρολ’ αυτά από τους άντρες δέχεστε τα πιο επικριτικά σχόλια.
Δε σου λέει κάτι αυτό; Μια γυναίκα θα με κατακρίνει λόγω έλλειψης παιδείας ή ζήλιας ή ανταγωνισμού. Ένας άντρας θα με κατακρίνει για να προστατέψει τον εαυτό του.

Τι έχεις να πεις για όλους εκείνους που ενώ οι σεξουαλικές προτιμήσεις τους είναι με του ιδίου φύλου άτομα, επιλέγουν να χτίσουν μια οικογένεια, ουσιαστικά πάνω σε ένα ψέμα;
Είναι μεγάλη κουβέντα και πολύ βαθιά. Είναι στη φύση του ανθρώπου να κάνει οικογένεια. Όμως οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, επιλέγουν να το κάνουν, ίσως για προσωπική ασφάλεια. Να έχουν έναν σύντροφο που θα τους φροντίζει μέχρι τα βαθιά γεράματα. Είναι επίσης το κοινωνικό στάτους, να προστατέψουν τον εαυτό τους από την κοινωνική κατακραυγή. Πιστεύω ότι εάν δεν έκαναν αυτή την επιλογή ίσως να ήταν δυστυχισμένοι, έτσι όμως θα κάνουν άλλους δυστυχισμένους, αν και εφόσον κάποια στιγμή αποκαλυφθεί το μυστικό.

Έχεις πει ότι «Θέλει αρχίδια για να κόψεις τ’ αρχίδια σου». Είσαι γυναίκα με αρχίδια ή ένας ευνουχισμένος άντρας σε σώμα γυναίκας;
Όταν ανακάλυπτα την σεξουαλικότητα μου στα 12 με 13 μου, συνειδητοποίησα ότι αυτό που σε κάνει να ψάχνεσαι είναι ο περίγυρος, γιατί είσαι ακόμα μικρός και δε γνωρίζεις. Θυμάμαι, όταν με πρωτοπλησίασε ένα κορίτσι και με άγγιξε με ένα αθώο χάδι, αηδίασα. Δεν μου άρεσε αυτή η αίσθηση που ένοιωσα, αλλά δεν προβληματίστηκα ούτε και τότε. Όταν είσαι όμως παιδί ακολουθείς το συναίσθημα, το ένστικτο, έτσι ένοιωσα έλξη με αγόρια. Πάλι ο περίγυρος μου, μου το έδειξε. Όταν είδα ότι μου αρέσουν τα αγόρια, το ζητούμενο μου δεν ήταν το σεξ αλλά ήταν το χάδι, το πιάσιμο, του χεριού, η αγκαλιά, το χτυποκάρδι όλα εκείνα που νοιώθεις και θες ως έφηβος. Άρα δεν αισθάνομαι ευνουχισμένη με την μεταφορική έννοια. Αισθάνομαι γυναικά, με γυναικεία ψυχή και μυαλό και το επισφράγισα όλο αυτό με την επέμβαση αλλά και με άλλους τρόπους που ανακάλυπτα στην πορεία. Υπήρχε μεγάλη πληθώρα αντρών και επιβεβαίωση μέσω των πράξεων τους ότι το βήμα που έκανα είχε μεγάλη επιτυχία.

Θέλεις να αγαπάς ή ν’ αγαπιέσαι;
Σαν Άννα, θέλω να αγαπάω, μου αρέσει να δίνω, να νοιάζομαι, να συμμερίζομαι. Εγωιστικά θέλω να αγαπιέμαι. Σε όλους αρέσει να αγαπιούνται. Η αγάπη είναι πολύ εγωιστικό πράγμα, ιδανική αγάπη δεν υπάρχει. Το ιδεατό δεν υφίσταται, είναι σαν τον Διογένη που προσπαθείς να βρεις ανθρώπους με το φανάρι, γίνεται; Δε γίνεται. Η αγάπη θέλει πάρα πολλή δουλειά, που δεν την κάνουμε εμείς οι άνθρωποι γιατί μπαίνει πάνω από όλα το Εγώ.

«Αχ κυρά Βάσω, να’ ξέρες την δύναμη σου». Έχεις εκμυστηρευτεί στην μητέρα σου τα πιο βαθιά σου συναισθήματα, ακόμη και αυτά που νοιώθεις για κείνη;
Η μαμά μου όταν έγινε η παρουσίαση του βιβλίου μου και το πήρε στα χέρια της να το διαβάσει, με παίρνει τηλέφωνο κλαίγοντας, ουρλιάζοντας σχεδόν, ζητώντας μου να πάω από το σπίτι. Με τρόμαξε αλλά κατάλαβα. Μου λέει «Που ήμουν εγώ; Που ήμουν να τους σκοτώσω όλους αυτούς με τα ίδια μου τα χέρια; Που;». Η μητέρα μου ήταν πάντα δίπλα μου, μου έδινε δύναμη χωρίς να το ξέρει. Με την εικόνα της και την υποστήριξη της ‘έλυνα όλα τα προβλήματα μου. Δεν ήθελα να την φορτώνω, ήθελα να πιστεύει ότι ήταν όλα καλά και ότι η δουλειά που κάνω δεν με αγγίζει, δε με πονά.

Θλίψη, χαρά, έρωτας, απομόνωση. Κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν φτάνοντας στο σήμερα, ποιο συναίσθημα από αυτά έχει διανύσει τα περισσότερα χιλιόμετρα;
Έρωτας, χαρά, απομόνωση, θλίψη είναι η σειρά που θα έβαζα. Έτσι κι αλλιώς όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους. Μετά τον έρωτα, απομονώνεσαι, μετά έρχεται η θλίψη. Είναι αλληλένδετα κατά κάποιο τρόπο.

Ποιο ήταν το όραμα σου στα 12, όταν αναζητούσες τον εαυτό σου, στα 17 όταν έφυγες από το σπίτι, στα 25 όταν έκανες την επέμβαση και στα 48 που βρίσκεσαι τώρα;
Πότε δεν είχα όραμα. Ίσως είναι τραγικό που το λέω αλλά ποτέ δεν είχα όνειρα. Μέχρι και η επέμβαση θεωρώ ότι ήταν μια προδιαγεγραμμένη πορεία και όχι όνειρο, ήτανε να γίνει.

Τι είναι πιο σκληρό, το «πεζοδρόμιο» ή μια χαμένη αγάπη που δε πρόλαβες να ζήσεις από επιλογή;
Σίγουρα το δεύτερο, αλλά ήταν επιλογή μου και στις επιλογές που κάνουμε αναλαμβάνουμε τις συνέπειες. Αναφέρω και στο βιβλίο μου, την περιπέτεια μου με τον Δημήτρη, από τα Γιάννενα. Ήταν ο άνθρωπος που με αγάπησε πολύ, που με νοιάστηκε πολύ, που τον αγάπησα κι εγώ πολύ. Η σχέση μας δεν έκανε τον κύκλο της, έμεινε ένα απωθημένο. Αυτοί οι έρωτες δε φεύγουν ποτέ από μέσα σου, παραμένουν για πάντα.

Σε ποιον θεό πιστεύεις;
Στον δικό μου. Σε αυτόν που μ’ αγαπάει και με προστατεύει. Δεν πιστεύω στον θεό με την κλασσική έννοια, την θρησκοληπτική ή την κοσμογονική. Αυτό που λένε ανώτερες δυνάμεις δε παύει να είναι η φύση. Η φύση είναι ο θεός.

Έχεις προσπαθήσει να βάλεις τέλος στη ζωή σου. Ήταν ένδειξη αποστροφής στον εαυτό σου, οι συνθήκες που βίωνες την συγκεκριμένη περίοδο ή αδυναμία της στιγμής;
Πρακτικά ήταν η αδυναμία της στιγμής να αντιμετωπίσω μία κατάσταση που βίωνα εκείνη την περίοδο. Ένοιωσα πολύ πιεσμένη από δύο ανθρώπους που με πολιορκούσαν και πήρα την απόφαση. Μετά από χρόνια, κατάλαβα ότι αυτό ήταν μόνο η αφορμή και όχι η αιτία. Απλά όταν έχεις την αφορμή εστιάζεις σε αυτή γιατί είναι η εύκολη λύση. Ήμουν 30 και κάτι χρονών και ένοιωθα 80 χρονών. Μάζευα μέσα μου και ξαφνικά μου έσκασαν. Μετά από το συμβάν απομονώθηκα, μου έκανε πολύ καλό για να ανακαλύψω τον λόγο που με οδήγησε να προσπαθήσω να βάλω τέλος στη ζωή μου. Στην ουσία ναι μεν ήταν μια ζωή που δεν επέλεξα εγώ αλλά ήταν ένας δρόμος που επέλεξα. Το μετάνιωσα οικτρά, με την λογική ότι μπορεί να είχε πετύχει, να μην υπήρχα. Θα ήταν κυριολεκτικά μια χαμένη ζωή.

Έχεις περάσει και από τον κακοτράχαλο δρόμο των ναρκωτικών. Ήταν ένας δρόμος διαφυγής από τις δυσκολίες, μόδα ή περιέργεια;
Δεν αποποιούμαι των ευθυνών αλλά με έμαθαν έτσι. Επί ένα χρόνο, με πότιζαν χάπια. Ήταν ένας άγραφος νόμος για την εποχή της δεκαετίας του ’80 στην κοινότητα των τραβεστί. Καμία, τότε, δεν ήξερε τις συνέπειες, το βλέπαμε σαν παιχνίδι. Με το πέρασμα των χρόνων, είδαμε όλες ότι το χάπι δε παύει να είναι ναρκωτικό, είναι χημεία και σου κάνει κακό. Τα δόντια μου άρχισαν να χαλάνε, τα κόκαλα μου να πονούν, το νευρικό μου σύστημα να γίνεται σεισμογράφος. Την πρώτη φορά τα σταμάτησα με την παρότρυνση του συντρόφου μου, ο οποίος με έβλεπε να ακολουθώ λάθος δρόμο. Όμως μετά από χρόνια ξαναξεκίνησα, αλλά με άλλα χάπια. Αυτή τη φορά με αμφεταμίνες. Μου έδιναν μια αίσθηση υπεροχής, μου έδιναν ενέργεια, έκανε πολύ καλό στη δουλειά μου. Στα Χανιά, έχω αφήσει ιστορία, ως πουτάνα, λόγω της επίδρασης των αμφεταμινών. Ήμουν αεικίνητη, δοτική, δεν κουραζόμουν, οι πελάτες έφευγαν πάντα ικανοποιημένοι, ένοιωθα θεά. Οι αμφεταμίνες ήταν προϊόν που μπορούσες να πάρεις από το φαρμακείο χωρίς συνταγογράφηση, επομένως θεωρούσα ότι δεν ήταν και κακό. Κάποια μέρα πάω στο φαρμακείο να πάρω μία κούτα και ο φαρμακοποιός με ενημερώνει ότι τα χάπια καταργήθηκαν λόγω ότι είχαν παρενέργειες. Έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου. Εκείνη την μέρα αγόρασα μία κούτα ντεπόν, προσπαθώντας να ξεγελάσω τον εαυτό μου ότι ήταν αμφεταμίνες. Όπως καταλαβαίνεις, το ντεπόν δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Δεν δούλεψα για μία βδομάδα, δε μπορούσα. Έτσι όμως το ξεπέρασα και απαλλάχτηκα μια και καλή. Πριν δύο χρόνια έκανα τσέκ απ, όλα τα εσωτερικά μου όργανα ήταν σαν μικρού παιδιού. Θεωρώ λοιπόν ότι ο θεός μου έδωσε μια ακόμη ευκαιρία.

Γιατί καμία γυναίκα, σαν κι εσένα, δεν αποκαλύπτει το αντρικό της όνομα;
Είναι απόλυτα φυσιολογικό. Όταν αποποίησε την φύση σου, την εξωτερική, δεν υπάρχει λόγος να αποκαλύψεις κάτι που δεν σε αντιπροσωπεύει πια. Είναι ένα κομμάτι που θέλεις να ξεχάσεις. Επίσης εάν βγω και το πω, να είσαι σίγουρη ότι θα υπάρξουν πολλοί κακοήθεις που θα εκμεταλλευτούν αυτό το ευαίσθητο σημείο, ώστε να σε διαβάλλουν μέσω του διαδικτύου.

Πόσο εύκολα ήταν για την οικογένεια σου να σε αποκαλούν Άννα και όχι με το αντρικό σου όνομα;
Για την μητέρα μου και την αδερφή μου ήταν πολύ εύκολο. Ο πατέρας μου, μέχρι να κάνω την εγχείρηση με προσφωνούσε «παιδί μου» κι αν μερικές φορές του ξέφευγε το αντρικό όνομα, τον σκουντούσε η μητέρα μου.

Από δεκαεπτά ετών στο πεζοδρόμιο. Ανάγκη ή απόλαυση;
Δε χωρούσα στο σπίτι πια. Δεν ήθελα να φέρνω και τους δικούς μου ανθρώπους σε δύσκολη θέση, λόγω της γειτονιάς. Αλλά πάνω από όλα ήταν η απελευθέρωση μου. Ήθελα να περπατήσω τους δρόμους που μου ανοιγόντουσαν, που τους φανταζόμουν φαντασμαγορικούς και στρωμένους με ροδοπέταλα – που μόνο έτσι δεν ήταν. Ήθελα να κάνω αυτό που ήθελα, χωρίς περιορισμούς.

Όσοι σε γνωρίζουν βλέπουν μια δυναμική γυναίκα. Ξέρω ότι είσαι ένα ευαίσθητο παιδί. Σου λείπει η παιδικότητα, η αθωότητα που ίσως δεν κατάφερες να βιώσεις όπως όλα τα παιδιά;
Μέχρι τα δεκαεπτά μου, πέρασα ότι έπρεπε, όπως έπρεπε. Υγιή παιδικά χρόνια, είχα τους φίλους μου, με τα παιχνίδια μας και τις εκδρομές μας. Απλά μπήκα πολύ απότομα σε έναν άσχημο δρόμο, σε μια άσχημη ζωή, έντονη και δύσκολη. Στο «πεζοδρόμιο» οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες. Είσαι εκτεθειμένος και αυτόματα βγαίνει από μέσα σου να θες να προστατεύσεις τον εαυτό σου.

Τι σε κερδίζει σε έναν άντρα;
Η ευγένεια, όχι η φαινομενική. Να έχει τρόπους, να μη με προσβάλλει, να σκέφτεται πριν μιλήσει. Φυσικά παίζει πολύ σημαντικό ρόλο και το χιούμορ, γραφικό μεν, καταλυτικό στις επιλογές μου δε.

Έχεις σκεφτεί τον εαυτό σου με παιδί;
Όχι. Σίγουρα θα ήμουν πολύ καλή μητέρα γιατί μεγάλωσα σε μία πρότυπη οικογένεια με πολύ καλά θεμέλια. Αλλά δε θα μπορούσα να αλλάξω τις συνήθειες μου, για να φροντίζω ένα παιδί. Ίσως βέβαια μιλώ εκ του ασφαλούς.

Η πιο γλυκιά σου ανάμνηση;
Είναι κάτι που αναφέρω και στο βιβλίο. Όταν πήγα στο σπίτι της μητέρας μου, στο χωριό, έξω χιόνιζε, κάθισα στον καναπέ, ξάπλωσα στα πόδια της και εκείνη μου χάιδευε τα μαλλιά, μέχρι που παραλίγο να αποκοιμηθώ. Πάντα το έκανε, αλλά αυτή η στιγμή μου έχει μείνει.

Αν δεν ακολουθούσες αυτήν την πορεία, τι θα ήθελες να κάνεις;
Θα γινόμουν αρχαιολόγος ή ιστορικός. Μου αρέσει πολύ η ιστορία γιατί ίσως επαναλαμβάνεται και πάντα βρίσκουμε κοινά σημεία στην πορεία της. Η ηρωίδα μου είναι η Άννα Μπολέυν, η μητέρα της Βασίλισσας Ελισάβετ ‘Α της Αγγλίας. Τρελαίνομαι και για ιστορικές ταινίες κι ας είναι παραποιημένες.

«Μαμά πεινάω, μαμά φοβάμαι, μαμά γερνάω, μαμά» στίχοι από τραγούδι που ερμηνεύει η Τ. Τσανακλίδου με το οποίο κλείνεις και το βιβλίο σου. Γιατί αυτό το τραγούδι;
Είναι ένας ύμνος στην μάνα μου και στην σχέση μας. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην μητέρα μου. Είναι ένα τραγούδι με φοβερούς στίχους από μία ερμηνεύτρια άκρως θεατρική και αληθινή.

Έχεις αναφέρει ότι οι λόγοι που έγραψες το βιβλίο ήταν οι εξής: α) για σένα. Ώστε να γνωρίσεις πτυχές της Άννας, β) για να αφυπνίσεις τους γονείς και γ) για τα παιδιά που έχουν τις ίδιες ανησυχίες με σένα. Πιστεύεις ότι τα κατάφερες και σε τιι βαθμό;
Στο 100%. Ο σκοπός της έκδοσης του βιβλίου δεν ήταν ούτε για να προκαλέσω, άλλωστε γι’ αυτό δεν αναφέρει σκάνδαλα, ούτε επώνυμους πελάτες, αλλά ούτε και πικάντικες ιστορίες. Δεν το έγραψα ούτε από φιλοδοξία αλλά ήθελα να αφυπνίσω, να βάλω ένα λιθαράκι ώστε να δουν οι άνθρωποι από μία άλλη οπτική γωνιά. Έλαβα μηνύματα και από μητέρες αλλά και από πολλά παιδιά. Αυτό με ευχαριστεί. Ας μην είχε την ανταπόκριση την εμπορική. Μη ξεχνάμε ότι διανύουμε μία πολύ δύσκολη εποχή. Δεν ξέρω αν έχει σημασία η εμπορική επιτυχία ενός βιβλίου ή η κριτική, καθώς δέχτηκα πολύ καλά σχόλια. Φυσικά θα ήταν πολύ καλύτερα ένας συνδυασμός.

Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο; Πες μου τα σχέδια σου.
Ετοιμάζω ένα βιβλίο, είναι μυθιστόρημα με βιωματικά στοιχεία και ο τίτλος του θα είναι «Εκατό κόκκινα και ένα λευκό». Επίσης αρχές του 2013 θα βγει στους κινηματογράφους η ταινία «Louton», του Μιχάλη Κωνσταντάκου, στην οποία παίζω ένα μικρό ρόλο. Υποδύομαι μία ιερόδουλη στην Λεωφόρο Καβάλας, όπου με ψωνίζουν δύο άντρες και μία γυναίκα ώστε να συνευρεθούμε ερωτικά, με ξυλοκοπούν και με βιάζουν. Είναι μια βίαιη και σκληρή ταινία.

Πόσο εύκολο είναι για μια γυναίκα που έχει υποστεί βιασμό στη ζωή της, όπως εσύ, να καταφέρει να υποδυθεί έναν τέτοιο ρόλο;
Στις πρόβες ήταν δύσκολο, όχι στα γυρίσματα. Ο ηθοποιός που υποδύονταν έναν από τους βιαστές μου, ήταν τόσο πειστικός που χρειάστηκε να τον σταματήσω αρκετές φορές με την πρόφαση ότι δε το έκανα καλά, καθώς δεν είμαι ηθοποιός. Κανείς δεν ήξερε την προσωπική μου ιστορία, εκτός από τον σκηνοθέτη. Μετά τα γυρίσματα τους το είπα και πραγματικά αισθάνθηκαν πολύ άσχημα και μου ζητούσαν συγγνώμη.

Έρχομαι στο σπίτι σου κρατώντας δύο δώρα που πήρα για σένα. Το ένα είναι μια καρδιά και το άλλο μια αγκαλιά. Ποιο θα κρατήσεις πρώτο;
Την αγκαλιά. Μου αρέσει η αγκαλιά, προστατεύει. Είναι ένα φοβερό συναίσθημα, εναρμονίζονται απόλυτα όλες οι αισθήσεις σε ένα άγγιγμα.

ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΥΣΤ

Άννα Κουρουπού: «Επειδή σίγουρα ο Θεός είναι gay, αν τον συναντούσα, θα ήθελα να μου εξηγήσει την απουσία του στις επιθέσεις ρατσισμού»
Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Share this history on : digg

… ένας άνθρωπος που είχε την τύχη να γεννηθεί 2 δυο φορές, μιλά σε α᾽ ενικό
κι απαντά στο Ερωτηματολόγιο του Προυστ,
αποκλειστικά στο PRESS-GR

(Επιμέλεια: Αντώνης-Μάριος Παπαγιώτης)

Βγήκα απ᾽ τη μήτρα της μάνας μου σ᾽ ένα σπίτι χτισμένο με τσιμεντόλιθους, σε ένα χωριό της Πιερίας. Αγόρι, αναφώνησε η μαία. Πέρασα όμορφα παιδικά χρόνια στο χωριό και υγιή εφηβεία σε μια γειτονιά στον Κολωνό. Ο βασιλικός κυριαρχούσε στην αυλή της παλιάς μονοκατοικίας. Δεν σπούδασα, παρ᾽ ότι καλός μαθητής, γιατί δεν με άφησαν, η ιδιαιτερότητά μου, η δίψα να γνωρίσω τον κόσμο μου γρήγορα και ο συντηρητισμός μια χώρας που προσπαθούσε να βρει τον εαυτό της. Η Άννα ήταν μέσα μου απ᾽ τα γεννοφάσκια μου. Δεν επιτρεπόταν αγόρια με φουστάνια στο σχολείο και η Συγγρού με υποδέχτηκε με δάφνες. Την τίμησα την λεωφόρο, με όση αξιοπρέπεια πήρα απ᾽ τους γονείς μου. Η μάνα μου, το πιο δυνατό στήριγμα σε όλη μου τη διαδρομή. Στα όμορφα και στα άσχημα. Στα 25 μου έκανα την υπέρβαση. Πήγα στον άλλο κόσμο και ξ-ΑΝΝΑ-γεννήθηκα.

Ποιός έχει την τύχη να γεννιέται δυο φορές; Βελτίωσα τον εαυτό μου από ανάγκη και πείσμα να μη δικαιώσω μια άδικη φύση. Το μεγαλύτερο σχολείο μου, το πεζοδρόμιο και οι οίκοι αν(τ)οχής, όσο οξύμωρο και αν ακούγεται. Δηλώνω απερίφραστα αυτό που είμαι κι αυτός που θα κατανοήσει είναι καλοδεχούμενος. Έλα που έλκομαι, όμως, περισσότερο από ανθρώπους που αρνούνται ή αδυνατούν να καταλάβουν, γνωρίζοντας ότι πρέπει να παλέψω για να αποδείξω πως είμαι φτιαγμένη απ τα ίδια υλικά. Εν ολίγοις, όποιος είναι εντάξει με τον εαυτό του, αδιαφορεί απλά για ότι διαφορετικό κυκλοφορεί ή υπάρχει δίπλα του. Πριν ενάμισι χρόνο, ένα νεοσύστατο site, το eyedoll με πρωτεργάτη την Έλια Ζερβού μου ζητά να αρθρογραφώ στις «σελίδες» του, τη σκέψη μου, τα συναισθήματα και την άποψη μου για τα πράγματα με μια διαφορετική ματιά. Με απελευθερώνει το γράψιμο- πάντα το κατάφερνε. Με ενδιαφέρει να μοιράζομαι τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, βάζοντας ένα μικρό λιθαράκι στην αλλαγή νοοτροπίας περί διαφορετικότητας.

Εξέδωσα την βιογραφία μου με τίτλο μια απλή ερώτηση ενός μικρού παιδιού. «Γιατί,δεν έχω σαν το δικό σου, μαμά»; από τις εκδόσεις ποταμός. Με μεταξωτό σχεδόν εξώφυλλο, σαν την ψυχή μου. Αυτή δεν την διαπραγματεύτηκα ποτέ. Δεν το θεωρώ απλή βιογραφία. Τα κομμάτια ζωής που παραθέτω σαν ντοκουμέντα, δεν είναι βελούδινα. Ίσως δώσουν αυτογνωσία και δύναμη σε όσους τα διαβάσουν. Κοινά σημεία ζωής όλοι έχουμε, είτε φοράμε φουστάνια είτε παντελόνια. Η ανταπόκριση της αλήθειας μου σε μια μικρή συνέντευξη στον Σταύρο Θεοδωράκη, ήταν η αφορμή για να το προχωρήσω. Αγαπήθηκε ιδιαίτερα από νέους ανθρώπους κι αυτό ήταν το ζητούμενο μου. Φιλοξενήθηκα με αφορμή το πόνημά μου, στο «Βήμα» και στα «Νέα». Γνώρισα καινούριους, πολύτιμους ανθρώπους. Η Χρυσάνθη Κωνσταντακάτου, παιδοχειρούργος και συνάμα ιδιοκτήτρια του Μεγάρου Υπατία, σε συνεργασία με μια καθηγήτρια κοινωνιολογίας, μου έδωσαν την ευκαιρία να υποδυθώ σε μια τεράστια αίθουσα του μεγάρου, μια καθηγήτρια Πανεπιστημίου παραδίδοντας στους «φοιτητές» μου, μαθήματα εκτός ύλης. Για το Ε.Υ. της ζωής. Ένα εξαιρετικό κείμενο από έναν υπέροχο άνθρωπο, την Σήλια Νικολαϊδου. Η πρόκληση κραυγάζει από μόνη της. Ο σκηνοθέτης Μιχάλης Κωνσταντάτος μου ζήτησε να παίξω ένα δεύτερο ρόλο στην νέα του ταινία, που δεν βγήκε στις αίθουσες ακόμη. Η σκηνή μου, ένας πολύ άγριος βιασμός από τρία άτομα σε ένα αυτοκίνητο. Όποιος έχει διαβάσει το βιβλίο μου θα καταλάβει τον παραλληλισμό. Τότε, ήταν επτά άντρες. Όπως καταλάβατε, λειτουργώ περίεργα. Προσπαθώ να ξορκίσω τα δύσκολα και να τα κάνω το λιγότερο ανεκτά. Πολλές φορές τα καταφέρνω, άλλες όχι. Αλλά ποτέ δεν καταθέτω τα όπλα, όση ευαισθησία κι αν περικλείει τον εγκέφαλο μου. Και δεν ξεχνώ. Ούτε το καλό, ούτε το κακό, ακόμη κι αν συχγωρήσω. Ταξιδεύω με τη μουσική, με ένα βιβλίο, με ένα «καινούριο» μυαλό. Αγαπώ τους ανθρώπους, ίσως γιατί με αγάπησαν κι αυτοί. Μισώ το ψέμα και περισσότερο αυτούς που το φορούν. Γίνομαι σκύλα με το άδικο. Μ᾽ αρέσει να μαθαίνω, να ανακαλύπτω. Δεν με σοκάρει σχεδόν τίποτα πια. Αυτό αρχίζει λίγο και με ανησυχεί…

Η απόλυτη ευτυχία για σένα είναι;
Να ξυπνάω με χαμόγελο, αλλά τώρα τελευταία δεν τα καταφέρνω.
Τι σε κάνει να σηκώνεσαι το πρωί;
Το ξυπνητήρι
Η τελευταία φορά που ξέσπασες σε γέλια;
Πριν λίγες μέρες, με μια πολύ καλή παρέα για φαγητό.
Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σου είναι;
Ενθουσιασμός
Το βασικό ελάττωμά σου;
Τραγικά ανυπόμονη
Σε ποια λάθη δείχνεις τη μεγαλύτερη επιείκεια;
Στην άγνοια
Η τελευταία φορά που έκλαψες;
Προχθές, λόγω μιας επαγγελματικής απόρριψης
Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεσαι περισσότερο;
Άννα Μπολέυν
Ποιοι είναι οι ήρωές σου σήμερα;
Οι αληθινοί ακτιβιστές

Ποια είναι η ταινία που σε σημάδεψε;
Δεν με σημάδεψε καμμιά ταινία. Έχω δει, όμως, αμέτρητες φορές τις «ΩΡΕΣ», του Στίβεν Νταλντρι
Το αγαπημένο σου ταξίδι;
Ινδονησία. Μπαλί
Οι αγαπημένοι σου συγγραφείς;
Καζαντζάκης, Αλκυόνη Παπαδάκη, Νίκος Θέμελης, Τζέιν Όστιν
Ποια αρετή προτιμάς σε έναν άντρα;
Ευγένεια ψυχής και όχι φαινομενική
…Και σε μια γυναίκα;
Να είναι καλή μητέρα
Ο αγαπημένος σου συνθέτης;
Πουτσίνι και σχεδόν όλοι οι κλασσικοί
Το τραγούδι που σφυρίζεις κάνοντας ντους;
Αναλόγως το σουξέ της εποχής

Το βιβλίο που σε σημάδεψε;
Ο Τελευταίος Πειρασμός
Ο αγαπημένος σου ζωγράφος;
Λεονάρντο Ντα Βίντσι
Το αγαπημένο σου χρώμα;
Λευκό
Ποια θεωρείς ως τη μεγαλύτερη επιτυχία σου;
Η δουλειά που έκανα με τον εαυτό μου, μετά τον επαναπροσδιορισμό του φύλου μου
Το αγαπημένο σου ποτό;
Μαρτίνι Μπιάνκο
Για ποιο πράγμα μετανιώνεις περισσότερο;
Την αδυναμία μου να τιμωρώ σκληρά, όταν αδικούμαι
Τι απεχθάνεσαι περισσότερο απ’ όλα;
Το ψέμα
Ποια είναι η αγαπημένη σου ασχολία;
Το γράψιμο σε σελίδες τετραδίου
Ο μεγαλύτερος φόβος σου;
Να πάψω να ελπίζω και… οι κατσαρίδες
Σε ποια περίπτωση επιλέγεις να πεις ψέματα;
Όταν πρέπει να απαλύνω τον πόνο κάποιου ή να εξομαλύνω μια δυσάρεστη κατάσταση.
Ποιο είναι το μότο σου;
Όταν έχεις ασπίδα την αλήθεια, καθηλώνεις.
Πώς θα επιθυμούσες να πεθάνεις;
Αναίμακτα
Εάν συνέβαινε να συναντήσεις το Θεό, τι θα ήθελες να σου πει;
Επειδή σίγουρα ο Θεός είναι gay, να μου εξηγήσει την απουσία του, στις επιθέσεις ρατσισμού.
Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεσαι αυτόν τον καιρό;
Ηρεμίας

Αναρτήθηκε από Press01 στις 9:13:00 μ.μ.

ΝΕΑ

«Ξέρεις τι τράβηξα; Θέλει κότσια για να τα κόψεις»
Κάποτε γεννήθηκε αγόρι, αν και ούτε η ίδια δεν θυμάται πότε. Εζησε σε υπόγεια. Βγήκε στη Συγγρού. Την κυνήγησαν. Η Αννα Κουρουπού στα 46 της αποφάσισε να βγάλει στο φως τις διαδρομές της ζωής της

ΡΕΠΟΡΤΑΖ Δημήτρης Ν. Μανιάτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Οι «Κούκλες» βρίσκονται στην σκοτεινή ζώνη μεταξύ Συγγρού και των απολήξεων του Φιλοπάππου. Στο Κουκάκι, το κόκκινο με το μαύρο ντεκόρ του drag Queen μπαρ δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Ενας underground χώρος με βερολινέζικη ατμόσφαιρα και περσόνες βγαλμένες από ταινίες του Αλμοδόβαρ.
Το μαγαζί της Μαριλούς κλείνει 17 χρόνια φέτος και πίσω απ’ την σιδερένια του πόρτα αφηγείται την ιστορία αγοριών που είναι πια γυναίκες και που επιδίδονται σε σόου με όλες τις αγαπημένες ηρωίδες του τρανς και γκέι κόσμου: τη Ρένα Βλαχοπούλου, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τη Σπεράντζα αλλά και τη Lady Gaga.
Ο καθείς με την αγωνία του. Οι γκέι στα φλερτ και τις ματιές τους. Οι πιο νεαροί γκέι ανιχνεύουν τον χώρο. Τα κορίτσια απενοχοποιημένα. Τα στρέιτ κορίτσια διψούν να δουν. Και οι πιο παλιές τρανς στα σκαμπό σαν επιτροπή σοφών. Η Αννα Κουρουπού έχει πια μια διαφορετική αγωνία και μια φλόγα στο βλέμμα. Την αγωνία του ανθρώπου που αποφάσισε να γράψει de profundis και που μόλις εξεδόθη το βιβλίο της «Γιατί δεν έχω σαν το δικό σου, μαμά;» απ’ τις εκδόσεις Ποταμός. Το de profundis της Αννας, που κάποτε γεννήθηκε αγόρι – αν και ούτε η ίδια δεν θυμάται το πότε. Η αφίσα του βιβλίου τοποθετείται με καμάρι στον καθρέφτη του μπαρ πίσω της – εργάζεται και η ίδια στις «Κούκλες» -, ενώ παίρνω θέση κάτω από τις φωτογραφίες όλων των διάσημων που έχουν περάσει από το θρυλικό μπαρ, όπου λέγεται πως χάρισε τις θεατρικές της τουαλέτες η Σπεράντζα Βρανά.
Το βιβλίο προλογίζει ο Σταύρος Θεοδωράκης, που με την εκπομπή του «Πρωταγωνιστές» είχε ανοίξει στο ευρύ κοινό την πόρτα προς το βασίλειο των τραβεστί και την ιστορία των κοριτσιών. Εκεί πρωτοπήγε τον φάκελο με το κείμενό της η Αννα Κουρουπού, αυτό που μόλις μετουσιώθηκε σε βιβλίο. «Ημουνα πολύ άσχημα. Ερωτικά. Και οικονομικά χάλια. Είχα ένα μπουρδέλο πολυτελείας με μια Γερμανίδα στην Ηλία Ηλιού, πήγε κατά διαόλου, έχασα πολλά λεφτά. Ετρεχα σε δικηγόρους, απέκτησα ψυχοσωματικά και μπήκα στο Ιατρικό Αμφιθέας. Πάντα έγραφα. Σκόρπια όμως. Πιο παλιά κρατούσα ημερολόγιο. Τότε, βρέθηκα στο σημείο μηδέν. Ηθελα να δω γιατί έφτασα εδώ που έφτασα. Πρέπει να δείξεις ένα σθένος απ’ την αρχή σαν τραβεστί. Να μην μπεις στο περιθώριο», μου λέει η Αννα την επόμενη μέρα που συναντιόμαστε στο loft της στον Νέο Κόσμο, την ώρα που φωνές ακούγονται από τη λαϊκή στον πεζόδρομο.
Η Αννα κουλουριασμένη, με φόρμα, απέναντί μου, περιγράφει τις πρώτες αντιδράσεις για το βιβλίο της που παρουσιάστηκε από τον Πέτρο Τατσόπουλο και τον Σταύρο Θεοδωράκη στο Ιδρυμα Κακογιάννη. «Ακουσα τη μαμά μου στενοχωρημένη με το περιστατικό του βιασμού που αναφέρω. «Τι έχεις περάσει και δεν μου τά ‘λεγες;»… Τι σημασία έχει; της είπα. Αφού τώρα είμαι καλά. Το θέμα είναι πως τα έχουν περάσει κι άλλα παιδιά και δεν είχαν εσένα δίπλα τους. Η μάνα μου έκανε δουλειά χωρίς να το ξέρει. Στα δύσκολα χρόνια της Συγγρού». Και μου δίνει πάσα με το στόρι του βιασμού που αφηγείται στο βιβλίο. Τότε που σχεδόν την απήγαγαν με το λευκό φορτηγάκι εφτά άνδρες και την πήγαν μέχρι τον Ασπρόπυργο.
«Γελούσαν σαν παρανοϊκοί. Σε λίγα λεπτά έμεινε εντελώς γυμνό (σ.σ. τότε ακόμη η Αννα ήταν το αγόρι που ανακάλυπτε τον εαυτό του), ένιωθε άγρια αγγίγματα σε όλο του το σώμα. Ακουσε φερμουάρ να ανοίγουν χωρίς να μπορεί να δει και πολλά πράγματα. Ενα γκρι δάπεδο και ρούχα να πετιούνται σωρό, ολόγυρα. Ο πρώτος τού άρπαξε το κεφάλι και το έσπρωξε προς τα κάτω. Προσπάθησε να φέρει αντίσταση, μα δεν κατάφερε απολύτως τίποτα. Ενα πνίξιμο στον λαιμό και δάκρυα ποτάμια. Και δεκάδες δάχτυλα να το αγγίζουν. Τα περισσότερα άγαρμπα. Ενα δυνατό τσούξιμο πίσω».

ΚΟΛΩΝΟΣ – ΣΥΓΓΡΟΥ. Η αφήγηση ξεδιπλώνει τις υπόγειες διαδρομές ενός ανθρώπου που σήμερα στα 46 του αποφάσισε να τις θέσει στο φως, χωρίς το σκληρό γράψιμο της Μπέτυς Βακαλίδου με το «Πόσο πάει». Ισως και λόγω άλλης εποχής, άλλων ηθών για την ομοφυλοφιλία, τη φυλή των τραβεστί, την πραγματικότητα της αλλαγής ή διόρθωσης φύλου, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα – που πάντως δεν είναι ακόμη αυτονόητο.
Το νήμα ξετυλίγεται απ’ τα παιδικά χρόνια στον Κολωνό και τα πρώτα σκιρτήματα της διαφορετικής σεξουαλικής ταυτότητας για το τότε ντροπαλό αγοράκι. «Η πρώτη επαφή μου ήταν σε κάτι χωράφια με καλαμιές με έναν συμμαθητή μου δέκα χρονών, αμυδρές αναμνήσεις, πιανόμασταν, με ενοχές, μη μας δει κανείς. Μετά ήλθαμε από την Κατερίνη, έπιασε δουλειά ο πατέρας μου στην τότε ΕΑΣ, το περιστατικό με το παιδάκι είχε ξεχαστεί. Οταν ήμουν 13 ετών, ήλθε ο Παναγιώτης στη ζωή μου. Η πρώτη ερωτική πράξη έγινε στο σπίτι του, μετά περίμενα στο παράθυρο μήπως περάσει, συναντιόμασταν συνέχεια, κάναμε βόλτες, ερχόταν συχνά σπίτι μας. Κανείς δεν πονηρεύτηκε ότι γινόταν κάτι μεταξύ μας».
Και τότε αρχίζουν οι βόλτες στην Πλάκα. «Συναντιόμασταν με τον Βασίλη και τον Γρηγόρη κρυφά στην Αχιλλέως και παίρναμε το λεωφορείο και πηγαίναμε στο Σύνταγμα και με τα πόδια Πλάκα. Με παρακολουθούσε η μαμά μου κρυφά. Δεν το ήξερα. Ντυνόμουν λίγο εξαντρίκ. Η Πλάκα τότε ήταν ένα πιο ρομαντικό Γκάζι και είχε γκέι μαγαζιά όπως το «Why Not» και τις «Μούσες». Η Τσόξι που γνώρισα με πήγε ως πιο μυημένη να δω τις τραβεστί στο «Tammy’s», ένα υπόγειο στην Πλάκα. Τις είδα και έπαθα πλάκα, εκεί γνώρισα την Τζίνα. «Εδώ ανήκω», είπα.
Η αφήγηση ρέει και θραύσμα θραύσμα φτιάχνει την ιστορία της Αννας ή μάλλον συνοψίζει το στόρι κάθε τραβεστί στα δύσκολα χρόνια του ’70-’80. «Εφυγα απ’ το σπίτι, έπιασα ένα υπόγειο στο Κουκάκι. Δίπλα στην πιάτσα. Ένα υπόγειο συμβολίζει πολλά. Δεν φαινόμουν, ήλιος δεν με έβλεπε και τότε γνώρισα την Ντίνα, μια τραβεστί εμφανισιακά πολύ θηλυκή κι αυτή σαν εμένα, αλέγρα. Μαζί πηγαίναμε στην Υδρα κάθε Σαββατοκύριακο. Τα πιο ωραία χρόνια».
Συνεχίζει να συναρμολογεί την δική της πορεία στο σκληρό πεζοδρόμιο. «Είναι σαν βαθμίδες. Τότε μια τραβεστί δεν μπορούσε να βρει σπίτι μόνη της – η ταυτότητα έγραφε ακόμη το ανδρικό όνομα. Μαζευόμασταν τρεις τρεις, μοιραζόμασταν και τα έξοδα».

Η ΕΠΕΜΒΑΣΗ. Η κουβέντα πάει στην αλλαγή φύλου. «Ηταν 9 Μάρτη του 1989. Τώρα πάνε Λονδίνο, Καναδά, Αμερική, τότε ήταν η Καζαμπλάνκα». Η ιστορία έγινε πιο εύκολη για την Αννα, αφού ο μαροκινός εραστής που έμπλεξε ήταν «πανέμορφος, αριστοκρατικός, ευγενής». Και της έδωσε δύναμη. «Ξέρεις τι είναι να τρως γκλομπιά από μπάτσο, να κάθεσαι στη Συγγρού και να σου έρχεται γιαούρτι και την ίδια στιγμή να σε αγαπάει κάποιος τόσο;».Πώς είναι όταν ξυπνάς και είσαι πια γυναίκα; την ρωτάω. «Ημουν ζαλισμένη, κράτησε πέντε ώρες. Η πρώτη φράση της Στέλλας που με συνόδευε ήταν: «Καλωσήλθες στον Παράδεισο». Ηθελα να δω κάτω μου αλλά ήμουν φασκιωμένη και πολύ συγκινημένη. Η μαμά μου με περίμενε στο αεροδρόμιο ο μπαμπάς μου είπε «κορίτσι μου» – ώς τότε με έλεγε «παιδί μου». «Είναι δυνατόν αυτό το κορίτσι να ήταν ποτέ αγόρι;» είπε ο πατέρας μου», θυμάται η Αννα.

Previous

ΒΗΜΑ

Η Αννα Κουρουπού δεν γεννήθηκε κορίτσι
Τόλμησε όμως να μιλήσει για την απόφασή της να γίνει
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 02/02/2012 13:59

1

emailεκτύπωση

Λένε πως φτάνει να κοιτάξεις τον λαιμό και τα χέρια. Η Αννα Κουρουπού αποκρούει το αδιάκριτο βλέμμα μου περνώντας με επιτυχία και τα δύο τεστ. Με υποδέχεται στο διαμέρισμά της στον Νέο Κόσμο με την ανεπιτήδευτη θηλυκότητα της σταρ: μακρύ φούτερ, κολλητή μαύρη φόρμα και κάλτσες, αλλά αψεγάδιαστο μαλλί και μακιγιάζ. Koυλουριάζεται στον καναπέ, η Λούσι από δίπλα, τα νύχια με το κόκκινο μανό χάνονται μέσα στις τούφες του χαδιάρικου τεριέ, δύο κούπες ζεστός καφές, ένα ζεστό βλέμμα και μπόλικη αμηχανία: «Νομίζεις πώς το έχω ξανακάνει αυτό;». Είναι η πρώτη της συνέντευξη ως συγγραφέας˙ το αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Γιατί δεν έχω σαν το δικό σου, μαμά;» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ποταμός. «Δεν το πίστευα ότι θα βγει. Και τώρα ακόμη δεν πιστεύω ότι όλα αυτά τα τόσο δικά μου πράγματα μπορεί να τα διαβάσει οποιοσδήποτε».
Το βιβλίο είναι ένα οδοιπορικό στη ζωή της. Γράφει για όλα. Για τα παιδικά χρόνια στον Κολωνό, για τη μαμά που την αποδέχτηκε για αυτό που είναι, για τη Συγγρού, για καλλιστεία τραβεστί, σιλικόνες, γιαουρτώματα, χάπια, πάρτι, επεμβάσεις αλλαγής φύλου, «σπίτια» στη Βέροια και στη Ρόδο, αυτόφωρα, οργασμούς, μπινελίκια, αδιέξοδα και αναγεννήσεις. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο η εκδότρια θέλησε να κάνει τα απομνημονεύματά της βιβλίο: «Της άρεσε που δεν ωραιοποιούσα καταστάσεις. Το ότι έγραφα πούστης και όχι ομοφυλόφιλος». Σε όσους θα διαβάσουν το βιβλίο της μόνο και μόνο για να πάρουν μάτι το μπουντουάρ μιας τρανς εύχεται: «Καλά να περάσουν. Μου είναι αδιάφορο τελείως. Τι αρνητικό μπορεί να μου δώσουν; Ενώ κάτι θετικό μπορεί και να το πάρουν. Παίρνω τόσα μηνύματα στο Facebook από ανθρώπους που ψάχνουν τον δρόμο τους. Προς Θεού, δεν νουθετώ, τις εμπειρίες μου μεταφέρω. Και αλήθεια, δεν περίμενα να έχουν τόση απήχηση». Η Αννα γνωρίζει καλά τους άντρες, οι κολλητές της όμως είναι γυναίκες. «Ανακάλυψα ότι οι άντρες μόνο στο κρεβάτι είναι αληθινοί. Εκεί δεν μπορούν να υποκριθούν. Αντιθέτως, οι γυναίκες δεν είναι απαραίτητα αληθινές στο σεξ. Μόνο όσες τα έχουν βρει με τον εαυτό τους, όσες έχουν αποδεχτεί, για παράδειγμα, ότι έχουν μεγάλη περιφέρεια ή μικρό στήθος και όλα αυτά τα κομπλεξικά πράγματα που συνήθως σε εμποδίζουν να απολαύσεις το σεξ».

Τη ρωτάω το αντρικό όνομά της. «Δεν πρόκειται να σ’ το πω, διότι θέλω να το ξεχάσω και εγώ. Μη σου πω ότι σχεδόν το έχω ξεχάσει. Δεν με αφορά πια. Δεν είμαι εγώ». Ως άντρας δεν έζησε σχεδόν καθόλου. «Ακόμη και μέχρι τα 17 μου, που ήμουν αγόρι, πάλι γυναικεία φερόμουν, με αγόρια συνευρισκόμουν, με κορίτσια έκανα παρέα, δεν αντάλλαξα ποτέ αντρικές κουβέντες. Το ζηλεύω λίγο. Μου λείπει. Θα ήθελα να το είχα μέσα μου, να είχα λίγο τετράγωνο μυαλό. Πιστεύω ότι είμαι όπως κάθε γυναίκα. Τη μία σκέψη την κάνω 15. Τις 15 τις κάνω 100». Μιλάει για τη μεγάλη απόφαση, για το ταξίδι που έκανε με αντρικό διαβατήριο και για τα δωμάτια στο νοσοκομείο της Καζαμπλάνκα («όπου δεν είχαν αριθμούς, αλλά λουλούδια στην πόρτα»), εκεί που απέκτησε την καινούργια σεξουαλικότητά της, για την οποία θυσίασε πολλά: «Είναι σκληρό να παλεύεις να κερδίσεις πράγματα και αξίες που για τους πολλούς είναι αυτονόητα». Μήπως τελικά πήγε κόντρα στους νόμους της φύσης; «Ναι, και πολύ καλά έκανα. Και τους κέρδισα. Κατάφερα να επιβληθώ στη φύση, δεν είναι μαγκιά μου αυτό; Είχε το ρίσκο του, το κόστος του, έχασα πολλά πράγματα, έχασα ανθρώπους, αλλά μπορώ σήμερα να κοιμάμαι ήσυχη. Θέλει αρχ… να κόψεις τα αρχ… σου. Δεν είναι εγχείρηση αμυγδαλών».

Η Αννα μιλάει χαμηλόφωνα, μάλλον επειδή έτσι τιθασεύει το πλεόνασμα τεστοστερόνης στις φωνητικές χορδές της. «“Πολύ χοντρή φωνή έχεις, ρε θεία” μού έλεγε όταν ήταν μικρός ο ανιψιός μου ο Σταύρος, ο γιος της αδελφής μου. Του έλεγα: “Τόσα πακέτα τσιγάρα που κάνω, τι περιμένεις”. Σήμερα είναι 17 χρόνων. Φέτος το καλοκαίρι, στο χωριό, έμαθε το παιδί για μένα. Είχαν αρχίσει να του πετάνε σπόντες οι φίλοι του γιατί με έχει σαν δεύτερη μαμά. “Μην είσαι και τόσο περήφανος για τη θεία σου” του έλεγαν. Ενα απόγευμα του μίλησα. Δεν με ρώτησε τίποτε. Είπε μόνο: “Εχω μείνει, αλλά όλα είναι ΟΚ. Δικαίωμά σου”. Για αυτόν ήταν σαν να μην άλλαξε τίποτα. Το μόνο που είδα είναι ότι έγινε πιο τρυφερός μαζί μου».

Σήμερα η 47χρονη Αννα δουλεύει τρία βράδια την εβδομάδα στις «Κούκλες», το drag queen club στη Ζαν Μορεάς. «Πίσω από το μπαρ όμως, με την πίστα έχω αγοραφοβία». Τινάζει νευρικά τα μαλλιά της. Ξέρει ότι δεν έχει μείνει αλώβητη από όλα αυτά. «Τουλάχιστον δεν έχασα την πίστη μου στους ανθρώπους. Δεν σάπισα». Την κοιτάζω. Κάτω από το ρίμελ, το περίγραμμα χειλιών, τη σιλικόνη, τις μπούκλες, τις ενυδατικές, τις ορμόνες, κρύβεται κάποιος που πέτυχε κάτι που πολλοί δεν θα αγγίξουν ποτέ: έγινε αυτό που ήθελε.