Category: Βιωματικά


ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΜΕ ΠΡΟΣΕΧΕΙ

Τραβέλι. Είδε δυο – τρία στόματα να σιγοψιθυρίζουν αυτή την απαίσια λέξη. Ούτε καν τραβεστί.
Το μετάλλαξαν κι αυτό οι «ηθικοί», για να έχει μεγαλύτερη δόση το δηλητήριο.
Σε μια αίθουσα δικαστηρίου κάπου στην Ομόνοια, κατηγορούμενη για προσβολή της δημοσίας αιδούς.
Ούτε έβλεπε ποιος την καταδίκαζε πριν καν τη δικάσει. Μόνο αυτό άκουγε. Πονούσαν τα τύμπανα της από έναν ψίθυρο που γινόταν κραυγή στην ψυχή της. Κατάμαυρες κάργιες έκρωζαν, τσίριζαν με τεράστιες χοάνες στ’ αυτιά της μια τόσο… τοσοδούλα λεξούλα. Τραβέλι!
Κι ήθελε να φωνάξει και να ουρλιάξει «μα δεν βλέπετε; Ποιόν προσβάλω με την παρουσία μου; Ποιου μάτια ντρέπονται να με κοιτάξουν, αν δεν έχουν ντραπεί ήδη τα δικά του; Σε ποιόν ρε μαλάκα θα δώσω αναφορά επειδή φόρεσα μίνι φούστα και όχι παντελόνι; Γιατί, γι αυτό με δικάζεις! Που δεν την φόρεσα στο σπίτι μου, παρά βγήκα στο δρόμο!».
Μα δεν φώναξε. Δεν μπορούσε. Δεν της επιτρεπόταν. Ψιθύρισε μόνο «κάποιος να με προσέχει!».
Με παρόμοια φούστα και με ένα τακούνι, έτρεχε μια νύχτα με ασημένιο φεγγάρι, ανάμεσα σε πουρνάρια και χαλίκια στο βουνό, γδαρμένη, ματωμένη, σαν μούσα του Αλμοδοβάρ, να ξεφύγει από δυνατά πόδια που την κυνηγούσαν μ’ ένα στιλέτο στο χέρι, επειδή προτιμούσε τη γόβα από το σκαρπίνι.
Ανάμεσα σε κατάξανθες τούφες βρεγμένες από δάκρυα και σε τσαλακωμένα σεντόνια, όταν βρέθηκε στη φωλιά της, την ίδια σκέψη έκανε. «Κάποιος να με προσέχει!».
Παραδομένη σε ουσίες, αιχμάλωτη μιας ζωής που της προκαθόρισαν, παζάρευε ένα κορμί εικοσιπέντε χρόνων, να το νοικιάσει. Σε κάθε περαστικό. Σε κάθε καυλωμένο. Σε ένα πεζοδρόμιο. Σε μια γωνιά.
Να έρχεται σε σύγκρουση το μυαλό, η αλήθεια, με την παραμύθα της και να προσπαθεί να ξεγλιστρήσει – ίδιο φίδι – να βρει την άκρη στο μίτο της αξιοπρέπειας.
Και να μονολογεί στο μοναχικό δέντρο που είχε συντροφιά τόσα χρόνια σ’ εκείνη τη γωνία «κάποιος να με προσέχει;».
Είναι παιδί. Δεκαεφτά, όχι κλεισμένα. Κλαίει. Βλέπει μια ζωή μπροστά του που δεν την ονειρευόταν. Βάλλεται. Από παντού. Είναι θηλυκό. Αυτή είναι η αμαρτία του. Και το δείχνει. Και προκαλεί! Για να δείξει το δρόμο της αλήθειας.
Δεν του αρέσουν οι μάσκες. Και το πετροβολούν. Με λέξεις βρώμικες, που ξενίζουν τα αυτιά του, γιατί δεν νοιώθει έτσι. Εγκλωβίζεται. Ψάχνει φως, μονοπάτια. Και ζητάει απεγνωσμένα, κάποιον να το προσέχει.
Και βρίσκει μια μάνα – αγκαλιά. Και το προσέχει και το φυλάει. Και μπαίνει ασπίδα, σαν τους Λακεδαιμόνιους. Το αφήνει να ονειρευτεί.
Είναι γυναίκα πια. Όμορφη. Ποθητή. Κάθε θηλυκό το ξέρει αν είναι ή δεν είναι.
Τέσσερα ζευγαρωμένα πόδια σε μεγάλο κρεβάτι. Μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, λίγο πριν τον ύπνο. Έρωτας. Αγάπη. Σαν τα κεσεδάκια με το γιαούρτι. Σφραγίδα ψυχρή η ημερομηνία λήξης.
Μα βουτάει. Κολυμπάει. Την αφήνεις την αγάπη να φύγει;
Μυρίζει τη θάλασσα, κάθεται στην ακτή μέχρι να της ξεβράσει το κύμα ένα παλιό φθαρμένο μπουκάλι με ένα μικρό χαρτάκι μέσα. Το ανοίγει και ξέρει πια τι θα διαβάσει. Λάμπουν τα μάτια. Απ’ τον ήλιο; Τα δάκρυα; Την περηφάνια;
«Εγώ σε προσέχω. Η Άννα σου».

Advertisements

ΟΤΑΝ ΑΝΑΒΟΥΝ ΤΑ ΛΑΜΠΑΚΙΑ

623Σε μια πρόσφατη ανακαίνιση στο σαλόνι μου, έβαλα σε κάποιο μικρό τοίχο, ένα στρογγυλό παράθυρο, μεγέθους ένα επί ένα.
Οι πιο πολλοί φίλοι μου, λατρεύουν αυτό το παράθυρο. Τους θυμίζει φινιστρίνι σε καμπίνα καραβιού.
Αυτός ήταν ο σκοπός του. Σαν να ταξιδεύω κάθε φορά που πέφτει το βλέμμα μου εκεί.
Είναι Χριστούεγεννα και κάθομαι και αγναντεύω τον πολιορκημένο από σύννεφα Λυκαβηττό.
Μου αποσπούν την προσοχή κάτι γιορτινά, διάσπαρτα λαμπάκια, που έχω βάλει απέξω, γύρω απ’ τη μπαλκονόπορτα.
Έχω θυμό φέτος. Σχεδόν με όλους και με όλα.
Συνήθως αυτές τις μέρες, με πιάνει η γνωστή γιορτινή μελαγχολία. Που έχει και μια σταλιά από μέλι μέσα της.
Μα τώρα, είμαι θυμωμένη.
Πέρυσι, ακριβώς την ίδια μέρα, έφαγα τέτοιο χαστούκι, που γύρισε το κεφάλι μου από την άλλη πλευρά και ξαναήρθε στη θέση του. Σαν την σκηνή απ’ τον Εξορκιστή.
Καθόμουν ώρες ατέλειωτες, νύχτες ολόκληρες και χάζευα τα φωτάκια στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, που με τόση χαρά είχα στολίσει.
Φέτος το στόλισα για να μου δώσει αυτό χαρά.
Δεν τα καταφέρνει. Έχω θυμό, γιατί συγχώρεσα. Γιατί έδωσα κι άλλη ευκαιρία στον ίδιο άνθρωπο να υπάρχει στη ζωή μου και να μου προσφέρει συνέχεια «κατακόκκινα τριαντάφυλλα», γεμάτα τεράστια αγκάθια.
Τι παγίδα τέτοιο δώρο… Μεγάλη λούμπα.
Είμαι θυμωμένη με την Άννα, που συνεχίζει να χαμογελάει σε ανθρώπους που της λένε με το βλέμμα τους «τι καλά θα ήταν αν δεν ήσουν εδώ!».
Έχω θυμώσει με φίλη που θεωρούσε τον εαυτό της παυσίπονο για την ψυχή μου κι εγώ πράγματι θεραπευόμουν, αλλά έσταζε φαρμάκι στον περίγυρό μου. Έμαθαν τόσα μυστικά μου, που μόνο εγώ είχα δικαίωμα να τα εξομολογηθώ.
Μουντζώνω τον εαυτό μου κάθε φορά, όταν είναι απέναντί μου μια άλλη πρώην «φίλη», που θέλω με νύχια και με δόντια να την ξεσκίσω, επειδή ξύπνησε ένα πρωί στραβά και έβαλε σκοπό στη ζωή της να καταστρέψει τη δική μου.
Αλλά κωλώνω. Κι αντί γι αυτό, συναγελάζομαι μαζί της σε εκδήλωση, δέχομαι το χειροκρότημά της στη μικρή πίστα των «Κούκλων», κάνω πως αδιαφορώ για την ύπαρξή της.
Είμαι θυμωμένη με την Ελλάδα. Με τα χάλια της.
Τη συνεχιζόμενη υποκρισία πολιτικών και πολιτών.
Δεν φταίνε μόνο οι πρώτοι. Αυτοί πρόδωσαν. Εμείς δεν τιμωρήσαμε. Τόσα χρόνια, οι ίδιες φάτσες. Τα ίδια άδεια βλέμματα.
Οι ανέραστοι και οι σάπιοι έχουν τέτοιο βλέμμα. Κι απ’ την άλλη, οι πωρωμένοι, που δυστυχώς είναι πολλοί, τσακώνονται μεταξύ τους ποιοι είναι οι ιδανικοί που θα κάνουν πράξη αυτά που τους υποσχέθηκαν. Κακόμοιροι!…
Ποτέ δεν ήμουν πωρωμένη με την πατρίδα μου σε τέτοιο βαθμό που να μη μπορώ να δω τα ελαττώματα της. Σέβομαι την ιστορία της. Μα τι έμεινε απ’ αυτήν; Τι κρατήσαμε για μας;
Δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού σε ολόκληρο τον κόσμο και για μας δεν κρατήσαμε τίποτα. Η πιο εύστοχη παρατήρηση που άκουσα από κάποιον πολιτικό του εξωτερικού, εδώ και μερικά χρόνια. Νομίζω Γάλλος ήταν.
Κρατάω μούτρα στο Θεό. Δεν του μιλάω.
Δεν είμαι θρησκευόμενη. Γαλουχήθηκα όμως έτσι. Μέχρι και στο κατηχητικό με έστειλε η μάνα μου, μικρό παιδί.
Πού είναι αυτός ο Θεός που μου έμαθαν; Πώς αφήνει παιδιά να πεινάνε; Πώς επιτρέπει παιδιά να πεθαίνουν; Με ποια λογική αυτός ο Θεός άφησε μια νταλίκα με μελαμίνες να αποκεφαλίσουν ένα σωρό μαθητές;
Τι Θεός είναι αυτός; Δεν τον θέλω. Απεταξάμην!
Θέλω να σπάσω κάθε καθρέφτη που υπάρχει εδώ μέσα και το μικρό μου φινιστρίνι.
Είμαι συνυπεύθυνη για όλα αυτά.
Είμαι θυμωμένη με ανθρώπους, που με τον τρόπο τους μου έλεγαν πως θα με βοηθήσουν στο πόνημα μου. Στη ζωή μου, που την έβαλα σε 180 περίπου σελίδες.
Ίσως παρερμήνευσα, σκέφτομαι , τις υποσχέσεις τους. Παρερμηνεύεται όμως μια υπόσχεση; Όχι. Απλώς, αθετείται. Ξεχνιέται. Ή απλώς, βγαίνει από στόματα που έχουν μάθει να δίνουν ψεύτικη χαρά σε συνανθρώπους.
Μη με παρεξηγείτε. Ήταν μια περίεργη χρονιά.
Κι όπως κάθε τέτοιες μέρες, όπως πολλοί φαντάζομαι, αναλογίζομαι και απολογούμαι στον εαυτό μου. Φέτος δεν βγήκα αλώβητη.
Εύχομαι σε όλους σας, με όση γλύκα διαθέτει η ψυχή μου, η νέα χρονιά να κάνει πραγματικότητα, έστω και ένα όνειρο σας.
Εύχομαι να σκεφτείτε τις ευθύνες σας. Να πάρετε πάνω σας οτιδήποτε, στο οποίο έχετε φταίξει. Μόνο έτσι έρχεται η δικαιοσύνη και η δικαίωση.
Εύχομαι και ελπίζω, όταν βγαίνω στο δρόμο να μην αντικρίζω κατεβασμένα κεφάλια.
Εύχομαι περηφάνια. Θα έρθουν και καλύτερες μέρες.
Εύχομαι να γεμίζουν τα σπίτια με φίλους. Με χαμόγελο. Τι καλύτερο δώρο μπορεί να σου προσφέρει κάποιος; Ένα απλό, γλυκό, χαμόγελο.

ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ ΟΛΑ

Την προηγούμενη εβδομάδα, είχαμε την πιο παγωμένη νύχτα του χειμώνα.
Στην ησυχία και το λούφαγμα του κρύου, έσκασαν στο κεφάλι μου εικόνες από μια, φαινομενικά μακρινή εποχή, αλλά στην ουσία, όχι και τόσο.
Η χνουδωτή ασημένια Λούσυ, αφημένη στην ευδαιμονία της, σχεδόν γουργούριζε σαν γάτα δίπλα μου, απ’ την ευτυχία. Έτσι κάνει. Αρκεί να μ’ ακουμπάει. Αυτό συμβαίνει όταν λειτουργεί ένστικτο και όχι μυαλό.
Ο αέρας λυσσομανούσε έξω. Τα φυτά στο μπαλκόνι χόρευαν ροκ εντ ρολ.
Νόμιζα πως θα φύγει το σπίτι από τη θέση του. Είχανε πει πως θα χιονίσει.
Και να ‘τες…ήρθαν δειλά- δειλά οι αναμνήσεις, πριν τις πρώτες νιφάδες.
Στα ακροδάχτυλα, μην τυχόν και τρομάξω.
Μόλις είχα βγει από ένα καυτό, λυτρωτικό μπάνιο.
Στην κάθαρση της ψυχής βοηθάει και το νερό. Όσο καυτό το αντέχει το δέρμα. Μέχρι ν’ ανατριχιάσεις. Το άγριο σφουγγάρι να αφαιρεί κάθε υπόλειμμα ανεπιθύμητου αγγίγματος.
Δεν χρειάζεται να είσαι πόρνη για να βιώσεις μια τέτοια εμπειρία.
Λίγο- πολύ, όλες οι γυναίκες έχουν νοιώσει αυτή την ψευδεπίγραφη στιγμιαία λύτρωση. Πόσω μάλλον…αν είσαι.
Τη θέση της Λούσυ με τέτοιους χειμώνες και για κάποια χρόνια, την είχε ο Κούκι. Ένας σκύλαρος σαράντα κιλά περίπου.
Φύλακας και φίλος. Εδώ το μέγεθος μετράει.
Ήταν αναγκαία η παρουσία αρσενικής συντροφιάς, ελλείψει αντρικής. Υποκατάστατο προστασίας, μια και είχε αρχίσει να με διαλύει η αποδοχή της πραγματικότητας: ότι ο άντρας της ζωής μου, ήμουν εγώ. Πάντα!
Οξύμωρο, αν αναλογιστεί κανείς τι συνέβη μετά το τέλος της εφηβείας μου.
Σε μια επαρχία λοιπόν, που κατάφερε να μου αφαιρέσει το πιο γνώριμο και αγαπητό σε όλους ιδίωμα μου, τον αυθορμητισμό, έζησα άλλη μια ίδια παγωμένη μέρα.
Όταν άνοιξα την πόρτα της αυλής και βγήκα στο δρόμο, βούλιαξαν τα πόδια μου σε πενήντα περίπου πόντους χιόνι.
Αν αναλογιστείς πως είμαι 1,68 δεν περίσσευε και πολύ.
Ο Κούκι χοροπηδούσε σαν κατσίκι απ’ τη χαρά του. Σ’ εναν άδειο δρόμο, ερημικό, προσπαθούσε να τρέξει κι εγώ να τον πιάσω. Προφανώς, έφαγα περισσότερες τούμπες.
Έγινα παιδί για κάποια ώρα, απαλλαγμένη από κάθε άσχημη σκέψη, για το τι έκανα τις προηγούμενες ώρες.
Να μη με βλέπει κανείς. Να γελάω σχεδόν υστερικά με το φιλαράκο μου, που μού έκανε τσαλίμια, γιατί είχε καιρό να δει τα μάτια μου να λάμπουν από ανόθευτη ευτυχία.
Ένα τραγούδι λέει, η μοναξιά στήνει παγίδες. Το μεγαλύτερο όπλο της, είναι να σε φέρει αντιμέτωπη με τον εαυτό σου.
Αν τον αγαπάς, γνωρίζοντας τα ελαττώματα του, η μοναξιά είναι χαμένη από χέρι.
Αν σε βρει σε στιγμή αδυναμίας, αξίζει να πολεμήσεις, να τη γλυκάνεις προσφέροντας της ένα τσιγάρο, να φουμάρετε…παρέα.
Γιατί όσες μάχες και να χάσεις, θα την κάνεις φίλη στο τέλος. Θέλει δε θέλει.
Ο πιο αναίμακτος πόλεμος. Άμαχος πληθυσμός θα είναι οι ενοχές, οι τύψεις και οι Ερινύες, που τις άγριες νύχτες του χειμώνα σ’ έχουν πιο πολύ ανάγκη.
Στη φυλάνε και σε επισκέπτονται με το όποιο θράσος διαθέτουν. Πάντα ακάλεστες. Το κέρδος όμως, είναι ανυπέρβλητο.
Φοβού τους ανθρώπους που δε μπορούν να μείνουν μόνοι τους. Που δεν αγαπούν τη μοναξιά τους.
Που δε γίνεται μια φίλη, που την καλείς όποτε θέλεις εσύ στο σπίτι σου. Να σε βοηθήσει αφιλοκερδώς, να κάνεις παρέα με το άλλο σου μισό. Το σκοτεινό.
Αν την κάνεις φίλη, θα στο φωτίσει. Θα γονατίσει μπροστά σου με σεβασμό, όπως οι αρχαίοι πολεμιστές ως ένδειξη άξιου μαχητή. Θα αναζητά την παρέα σου…
Όπως τότε με τον Κούκι.
Όπως την περασμένη εβδομάδα.
Κάτι το κρύο, κάτι η τηλεόραση που δε βλέπεται, με τη Λούσυ σχεδόν χαμογελαστή δίπλα μου, είπα να καλέσω για κρασάκι τη φίλη μου.
Καλά περάσαμε. Χαμογελούσα μέχρι να κοιμηθώ.
Τις αναμνήσεις δεν τις φοβάμαι. Η ζωή που έχω κάνει, είναι σαν μια άρτια καλοφτιαγμένη ταινία, που κάποιες φορές θέλω να την ξαναδώ.
Το pause, το stop και το rewind, είναι δική μου απόφαση, πότε θα τα χρησιμοποιήσω.
Αρκεί να μην τελειώσουν οι μπαταρίες απ’ το remote control. Αυτό με ανησυχεί λίγο.
Και πού να τρέχεις στο περίπτερο χειμωνιάτικα…
Το μόνο κακό της μοναξιάς. Δεν κάνει θελήματα.

στο 10%

Χορταίνεις απο αγάπη;

Χορταίνεις από αγάπη;
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Η δυσκολία και η δυστυχία δεν κοιτά τι κουβαλάς στον καβάλο σου.

της Άννας Κουρουπού

Εκείνο το χαστούκι δε θα το ξεχάσω ποτέ! Ήμουν λίγα χρόνια στη Συγγρού. Ως είθισται σταμάτησε μπροστά μου, να ζητήσει τον λόγο για την «προαγωγή» μου. Που σημαίνει κάποια στενά πιο χαμηλά στη λεωφόρο. Όποια απάντηση και να έδινα, το χαστούκι θα το έτρωγα. Όπως και το έφαγα. Πολύ δυνατό. Μια παλάμη όλο μου το πρόσωπο. Είδα αστεράκια, κυριολεκτικά. Ήταν πολύ πιο παλιά από εμένα στην πιάτσα. Η παράδοση είναι παράδοση σε όλες τις κοινωνίες. Μικρές και μεγάλες. Στις μικρότερες κοινότητες ακόμη περισσότερο.

Είχα πολλά χρόνια να την ξαναδώ. Πόσο διαφορετική! Της υπεροχής τη θέση πήρε η απόγνωση. Κυρτό το τεράστιο σώμα. Τη συνάντησα πρόσφατα στη διαδικασία του συσσιτίου, στο Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών ατόμων. (Σ.Υ.Δ.), του οποίου είμαι μέλος. Πριν καιρό πίστευα, με πεποίθηση μάλιστα, πως ούτε το σωματείο, ούτε τα συσσίτια με αφορούσαν. Εγωιστικές και χωρίς δεύτερη ανάγνωση σκέψεις. Πριν τρία χρόνια έπεσε σαν κεραυνός επάνω μας η κρίση. Σίγουρα όχι εν αιθρία. Σε άλλους πολύ, σε άλλους λιγότερο. Σε κάποιους ήρθε νωρίς, σε κάποιους λίγο αργότερα. Άλλους τους γονάτισε. Μερικοί στέκονται όρθιοι με δεκανίκια. Έπαιρνα τα μηνύματα, έβλεπα τα σημεία των καιρών και δε γινόταν να μη μοιραστώ τις ανησυχίες μου και γιατί όχι το φόβο γι’ αυτό που μας πλησιάζει κάθε μέρα, όλο και πιο πολύ. Αγγίζει τον καθένα ξεχωριστά. Χάνονται δουλειές. Κόποι χρόνων. Περιουσίες. Βασιλιάδες έγιναν υπήκοοι. Άνθρωποι των διπλανών διαμερισμάτων γίναν παρίες. Με άστεγους γέμισαν οι στοές. Θλίψη και απογοήτευση σε εκατομμύρια πρόσωπα. Το χειρότερο; Χάθηκε η ελπίδα. Όχι όμως η αλληλεγγύη, η ανθρωπιά.

Με άγγιξε η δύναμη και συνάμα ο λυγμός στα λόγια της Μαρίνας Γαλανού, που είναι και η πρόεδρος του εν λόγω σωματείου. Ο τσαμπουκάς με μια περήφανη παράκληση στη φωνή της. Σπάνιος συνδυασμός. Όταν μπήκα στο σωματείο ενεργά, συνειδητοποίησα πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα. Όλοι γνωρίζουμε πως μια οικονομική κρίση σε χρόνο dt οδηγεί και στην κοινωνική. Κι αν δεν το ξέραμε, το βιώσαμε, το είδαμε. Δυνατότερη η βαριοπούλα της κρίσης συνθλίβει τους πιο αδύναμους ανθρώπους, συνήθως. Και τα τρανς άτομα, όση δύναμη ψυχής και αν διαθέτουν, είναι πάντα ευάλωτα στις κοινωνικές «επιθέσεις». Ο αριθμός των τρανς ατόμων που βιώνουν την ασιτία ανάμεσα σε στρας, μποά και ψηλοτάκουνα, αρχίζει και αυξάνεται σημαντικά. Αλλοτινές πριγκήπισσες παραμυθιών, δεν βρίσκουν πια πρίγκιπα να τις φιλήσει για να πάρουν ζωή. Ο χρόνος στα παραμύθια είναι άχρονος. Στην αληθινή, αδυσώπητος.

Η φιλανθρωπική οργάνωση «ΑΡΤΟΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗ» βρήκε –δυστυχώς– μεγάλη ανταπόκριση στο κάλεσμά μας. Και λέω δυστυχώς για τους ευνόητους λόγους. Μακάρι να μη χρειαζόταν ποτέ να απευθυνθούμε σε τέτοιες οργανώσεις. Πολλοί φίλοι των τρανς, είτε προσωπικοί, είτε φιλικά προσκείμενοι, μας προμήθευσαν τρόφιμα μακράς διάρκειας. Το νέο χώρο που βρήκαμε για να στεγάσουμε το σωματείο τον φτιάχνουμε σιγά σιγά, λόγω έλλειψης χρημάτων, αλλά με πολύ μεράκι και αγάπη. Ευχαριστούμε κάθε καρδιά που ρυθμίστηκε στους δικούς μας χτύπους και κάθε μυαλό που σκέφτηκε πως μια ευπαθής ομάδα έχει σαφώς μεγαλύτερη ανάγκη από οποιαδήποτε άλλη.

Έλλειψη οικογένειας, ένας πολύ σοβαρός λόγος. Απολιτίκ διαθέσεις, όταν η επιβίωση στο σκοτάδι έχει πρωταρχικό λόγο. Ρατσισμός που ανατριχιάζει, που κουβαλάς μια ολόκληρη ζωή σε κάθε έκφανσή του. Μικρός ο ρόλος μου. Μια μεταφορά του συσσιτίου στην έδρα μας και το δυσκολότερο κομμάτι, η μοιρασιά. Τα βλέμματα κρυμμένα, κάτω από βλεφαρίδες, αξιοπρεπή. Θέλει τόλμη μια τραβεστί για να αναζητήσει φαγητό. Είναι περήφανα πλάσματα, γιατί έτσι έμαθαν. Κανείς, πόσο μάλλον αυτές, δεν περίμεναν τη λαίλαπα.

Η νεοαποκτηθείσα πόρτα μας είναι ανοιχτή και σας περιμένει. Με σεβασμό και εκτίμηση. Άλλη μια φορά αποδεικνύεται περίτρανα πως η δυσκολία και η δυστυχία δεν κοιτά τι κουβαλάς στον καβάλο σου. Ούτε το μήκος ή το χρώμα των μαλλιών σου, των ματιών σου. Τη μεγαλοπρέπεια ή την ανυπαρξία του στήθους σου. Σε ποια χώρα γεννήθηκες. Αν είσαι υγιής ή όχι. Αν έχεις δέκα καράβια ή μια μικρή βαρκούλα. Στην ίδια θάλασσα κολυμπάμε. Με αυτές τις σκέψεις… σας προσκαλώ!

Για όποιον / όποια θα ήθελε να προσφέρει συνεισφέροντας στη βοήθεια σε άπορα τρανς άτομα, μπορεί να το κάνει στα νέα γραφεία του ΣΥΔ που βρίσκονται Ζαν Μωρεάς 17 στο Κουκάκι (σχεδόν απέναντι από τις Κούκλες). Οι ώρες που βρισκόμαστε εκεί είναι 17:00-19:00, Δευτέρα, Τρίτη και Πέμπτη. Η όποια συνεισφορά σε τρόφιμα μακράς διαρκείας θα μπορούσε να είναι ανεκτίμητη.

Email: transgender.support.association@gmail.com Τηλ.: 69 38982832

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΣΚΥΛΑΣ

Τη γνώρισα όταν ήμουν δυόμισι μηνών περίπου. Μόλις με είχαν φέρει απ’ την Ουγγαρία νομίζω.
Ζήτησε από τον πωλητή «όσο πιο μικρό γίνεται» γιατί ταξίδευε συνέχεια.
’Οταν με πήρε στα χέρια της, ήμουν σαν μαύρο ποντίκι, με προδιαγραφές να γίνω χρυσαφιά.
Έλαμψαν τα μάτια της. Είχε καλοσυνάτο βλέμμα και μακριά, απαλά δάχτυλα.
Τους πρώτους μήνες δεν καταλάβαινα και πολλά πράγματα. Ζούσαμε στο Βόλο και ήταν χειμώνας. Δεν με άφηνε να κοιμηθώ μαζί της, γιατί κατούρησα το κρεβάτι την πρώτη φορά. Σχεδόν τη μισούσα τότε.
Προσπαθούσα να ανέβω στο κρεβάτι αλλά ήταν πολύ ψηλό. Όταν άρχιζα να κλαψουρίζω μου έλεγε ένα «σούτ» και σταματούσα. Ήμουν πολύ έξυπνη, από μικρή.
Ξυπνούσε αργά. Έπινε τον καφέ της χουχουλιασμένη στο πάπλωμα κι εκείνη ήταν η καλύτερη μου ώρα, γιατί με είχε κοντά της. Τη μύριζα. Με έπαιζε.
Κάτι χαζά κουκλάκια μου έπαιρνε συνέχεια, αλλά δεν της χαλούσα χατίρι. Είχε και μια μελαγχολία στα μάτια.
Μόνες μας κοιμόμασταν. Χωριστά.
Κατά τις τέσσερις το απόγευμα με έχωνε μέσα στο μπουφάν της και μπαίναμε στο αυτοκίνητο.
Δεν μου άρεσε η θέση του συνοδηγού. Αυτή προσπαθούσε να με κρατήσει εκεί. Δεν ήξερε ακόμη πόσο πεισματάρα είμαι.
Από πού πήρα άραγε; Στο τέλος έγινε το δικό μου. Πάνω στα πόδια της όλη την ώρα.
Ακόμη κι όταν μεγάλωσα, λίγο βέβαια -ενάμισι κιλό έγινα- και άλλαξε αυτοκίνητο, το κεφάλι μου έβρισκε στο τιμόνι.
Όταν έστριβε κουνιόμουν σαν κάτι ψεύτικα καφετιά ή πουά σκυλάκια περασμένων δεκαετιών στο πίσω παρμπρίζ, που ανεβοκατέβαζαν το κεφάλι τους. Έτσι πήγαινε και το δικό μου. Με πονούσε λίγο, αλλά δεν έφευγα απ’ τα πόδια της.
Αφού με είχε ανάγκη. Το ήξερα.
Κάθε μέρα πηγαίναμε σε ένα σπίτι, με άφηνε λίγο μόνη μου δεμένη -το σιχαινόμουν-, κάτι έβαζε στο πρόσωπο της, άλλαζε ρούχα, έμενε σχεδόν γυμνή. Άκουγα κάτι παράξενους ήχους. Μετά έμαθα ότι το λένε μουσική.
Έσβηνε τα δυνατά φώτα μια άλλη κυρία και σαν να έπαιζαν ένα παιχνίδι. Έβγαινε πρώτα η άλλη κυρία, μιλούσε με κόσμο που δεν έβλεπα και μετά από λίγο έφευγε και η δικιά μου.
Όλο το βράδυ αυτό το πράγμα. Περίμενα πώς και πώς να γυρίσει.
Καμιά φορά αργούσε παραπάνω και δεν μου μιλούσε. Είχε νεύρα. Αυτοί οι κύριοι θα έφταιγαν. Κάποιες φορές έκλαιγε κιόλας. Μ’ έπαιρνε αγκαλιά και έγλειφα τα δάκρυα της. Αλμυρά ήταν, αλλά γελούσε όταν το έκανα και δεν με πείραζε η αλμύρα.
Μετά πήγαμε σε ένα νησί. Πολύ μου άρεσε εκεί, γιατί δεν έκανε κρύο.
Μόνο που με άφηνε πολλές φορές μόνη μου. Πήγαινε στη θάλασσα μάλλον, γιατί όλο και πιο σκούρα γυρνούσε. Από άσπρη, έγινε…γκρι.
Πάλι με μια άλλη κυρία εκεί, καλή κι αυτή, έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι, αλλά σ΄αυτό το σπίτι όταν έφευγε για δέκα με δεκαπέντε λεπτά, κουραζόταν πιο πολύ, γιατί ανέβαινε αρκτές σκάλες για να πάει στους κυρίους.
Μόλις άκουγα το πρώτο βήμα στο σκαλί να κατεβαίνει μετά, την περίμενα στη γωνία της πόρτας κουνώντας συνέχεια την ουρά. Ανεμιστηράκι με έλεγε.
Εδώ έκλαιγε σπάνια. Κάποιες φορές άνοιγε ένα ωραίο κουτάκι, έπαιρνε κάτι από μέσα, το κατάπινε με λίγο νερό και ήταν ήρεμη.
Την παρακαλούσα με κλαψουρίσματα να μου δώσει και μένα και πάλι έβαζε τα γέλια. Τι όμορφη που ήταν όταν γελούσε.
Κι όταν της το προκαλούσα εγώ, ήταν ακόμη πιο όμορφη.
Φύγαμε κι απ’ το νησί και ήρθαμε σε ένα όμορφο σπίτι στην Αθήνα.
Πάλι με άφηνε πολλές ώρες μόνη μου. Την περίμενα πίσω από την πόρτα ώσπου να γυρίσει. Ήταν πιο χαρούμενη πια. Δεν ξέρω γιατί.
Μια φορά έφυγε για δέκα μέρες στην Κύπρο, απ’ ό,τι κατάλαβα και με άφησε σε μια φίλη της. Πολύ καλή μαζί μου. Με έπαιρνε παντού παρέα και όταν γυρίζαμε σπίτι μου καθάριζε τα πατουσάκια με μωρομάντιλα.
Αλλά μου έλειπε εκείνη. Πού πήγε; Πώς περνάει εκεί; Παίζει πάλι το ίδιο παιχνίδι χωρίς εμένα; Το έχει ακόμη εκείνο το μικρό κουτάκι;
Όταν γύρισε, φυσικά δεν της μιλούσα για τρεις μέρες. Σημασία δεν της έδινα. Λέρωσα και όλο το σπίτι, που ποτέ δεν το έκανα, γιατί μου έχει δώσει ανατροφή. Αλλά πώς να της δείξω ότι θύμωσα που με άφησε;
Κοιμόμασταν μαζί πια. Σχεδόν αγκαλιά. Όταν ηρεμούσε η ανάσα της, με έπαιρνε και μένα ο ύπνος. Ασημένια έγινα τελικά. Έτσι. Αντισυμβατική κι εγώ. Τι σόι παρεάκι είμαστε;
Την άνοιξη άρχισε να έρχεται ένας ψηλός κάθε μέρα στο σπίτι μας.
Όλο και χωνόμουν ανάμεσα τους. Ζήλευα.
Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι περίσσευα. Ήταν ερωτευμένοι. Τους άφηνα να κοιμούνται μόνοι. Κι όμως, με φώναζε κάθε βράδυ. Της έλειπα κι ας είχε άλλη αγκαλιά.
Μετά από ένα χρόνο, όλο φασαρία έκαναν. Αυτή φώναζε, έσπαγε πράγματα κι εγώ φοβόμουν και πήγαινα στην κρυψώνα μου.
Μετά από δυο χρόνια, εκείνος σταμάτησε να έρχεται σπίτι μας.
Κρίμα, τον είχα συμπαθήσει. Την πρόσεχε, αλλά κάτι κακό της είχε κάνει, γιατί την έβλεπα τα βράδια να ανοίγει πάλι εκείνο το όμορφο κουτί.
Τώρα, σήμερα πια, είναι όλη δική μου.
Πάνω στα μαλλιά της κοιμάμαι συνήθως. Μυρίζουν ωραία. Την προστατεύω κιόλας. Αν ακούσω κάνα περίεργο θόρυβο, αρχίζω και ουρλιάζω.
Είναι πιο ευαίσθητη από μένα, αλλά δεν της έχω δείξει ότι το ξέρω. Μου τα παρέχει όλα. Ενώ αυτή;…
Και όλο της ζητάω να παίξουμε, που και να μην έχει όρεξη, με παίζει. Κάθε παιχνίδι το λέμε «μπαλάκι» για να μη μπερδεύομαι.
Την αγαπώ. Είναι η ζωή μου. Όταν δεν νιώθει καλά, την αφήνω να με χαϊδεύει ώρες. Της κάνει καλό.
Κι όταν φύγω, γιατί εγώ πρέπει να φύγω πρώτη, ξέρω πως θα της έχω χαρίσει απέραντη γαλήνη και ευτυχία.
Με λένε Λούσυ και είμαι απ’ τα τυχερά σκυλάκια του κόσμου.
Μου το επιβεβαιώνει κάθε μέρα το χαμόγελο της.

Ποια ορμή είναι αυτή που σπρώχνει το χέρι μου ν’ αρπάζει το στυλό και το τετράδιο, γύρω στις πέντε με έξι τα ξημερώματα, ειδικά όταν γυρίζω απ’ το μαγαζί;
Ίσως λίγο το ποτό -μετρημένο πια. Ίσως επειδή λύνω τα κορδόνια από τη μάσκα της πρόσχαρης και ολίγον προκλητικής μπαργούμαν. Να διώξω απ’ το μυαλό μου κάποια ψεύτικα χαμόγελα που χάρισα. Να αποφορτιστώ από βλέμματα. Να δώσω λίγο μέλι στην ψυχή μου.
Ίσως, επειδή είναι η μόνη ώρα που δεν έχω τη δυνατότητα να μιλήσω με κάποιον, παρά μόνο σε μια λευκή κόλλα με αμέτρητες γραμμές. Λαχταρώ να τη γεμίσω με σκέψεις, μα περισσότερο με συναισθήματα.
Κάποιες φορές είναι δύσκολο. Ένας μορφασμός ή ένας μαύρος κύκλος στα μάτια, δεν περιγράφεται εύκολα, όταν αφορά το δικό σου πρόσωπο. Είναι η στιγμή που θέλω να αποτυπωθεί.
Ακούγεται ο αχός της πόλης που οδεύει για ύπνο. Μια απόκοσμη σιωπή έχει το σπίτι. Περίεργη ώρα.
Μου λείπουν όλα και δεν θέλω τίποτα.
Μου λείπουν αγκαλιές. Ψίθυροι στ’ αυτιά μου. Νυσταγμένες ματιές. Κρασοπότηρα μισοάδεια στο τραπέζι του σαλονιού.
Παπούτσια που δεν ανήκουν στα δικά μου πόδια, πεταμένα σε μια γωνιά, άτσαλα.
Ρούχα τσαλακωμένα, που βγήκαν βιαστικά από κορμιά που αναζητούσαν έναν περίπατο στον παράδεισο. Πουκάμισο δανεικό να μισοκρύβει τη γύμνια…στο γυρισμό.
Μια οδοντόβουρτσα να κάνει παρέα στη δική μου, που στέκει ολομόναχη στο περίτεχνο ποτήρι του νιπτήρα.
Μου λείπουν όνειρα. Όχι στον ύπνο μου. Έχω περίσσευμα απ’ αυτά.
Ένα χέρι, ένα ακροδάχτυλο να αγγίζει κάτι από μένα. Μια τούφα απ’ τα μαλλιά μου. Να παίζει με αυτή. Με το κορδόνι, απ’ την πιτζάμα μου. Γιατί όχι…και με την καρδιά μου.
Να είναι σχεδόν μονίμως ακατάστατο το κρεβάτι. Να σιδερώνω ρούχα με περισσή επιμέλεια απ’ ό,τι τα δικά μου.
Μου λείπει η μυρωδιά. Η γεύση. Οι αισθήσεις.
Περίεργο ε; Είναι ένα κενό του χρόνου αυτή η στιγμή, που τα πάντα γίνονται μηχανικά.
Ένα σκισμένο τισέρτ μ’ αφήνει αδιάφορη. Η γόπα σβήνει μόνη της στο τασάκι. Το ημίφως προσθέτει σκιές που φαντάζουν τεράστιες.
Γυρίζω τη σελίδα στο τετράδιο, να συνεχίσω και παίρνει και ο νους άλλη στροφή.
Τελείωσα, σκέφτομαι, μ’ αυτά.
Τώρα πια τα προβλήματα είναι υπαρκτά και χειροπιαστά. Όχι του νου και της καρδιάς.
Μια χαρά είναι στρωμένο το κρεβάτι μου, με μυρωδάτα σεντόνια. Τσαλακωμένα μόνο από τη μία πλευρά. Αρνούμαι πεισματικά να ξαπλώσω στη διπλανή θέση.
Πεντακάθαρο το σπίτι. Καμιά μυρωδιά, μόνο η δική μου, που δεν μπορώ άλλωστε να τη μυρίσω.Με τα προβλήματα μου, στη δική μου πλάτη. Σαν να καμπουριάζει πια. Βάρυνε. Πόσα χρόνια κουβαλάει, τι;
Και τι δεν κουβαλάει! Κοπάδι πεινασμένων λύκων οι σκέψεις, περιτριγυρίζουν το θήραμα, το συναίσθημα. Αιώνιο κυνήγι.
Κουράστηκα να παλεύω να αποδείξω στον εαυτό μου πως όλος αυτός ο μόχθος της ψυχής, κάπου θα βγάλει.
Βαρέθηκα να αντικρίζω στενόμυαλους ανθρώπους. Ιδρυτές αυλών που αισθάνονται βασίλισσες και βασιλιάδες, ακόμη κι αν ξέρουν, ακόμη κι αν βλέπουν, πως γελάνε μαζί τους. Τους αρκεί το χειροκρότημα.
Ανθρώπους που τους ανοίγεις πρόσχαρα το χέρι για μια χειραψία από ευγένεια -αν μη τι άλλο- και νοιώθεις το κάψιμο στην παλάμη, χολή στο χαμόγελο.
Ψυχές που τις βάζεις ψηλά, γιατί έχεις την ανάγκη να θαυμάσεις. Να φτάσεις κάτι. Και με την πρώτη κλωτσιά -γιατί θα την ρίξεις την κλωτσιά κάποια στιγμή- ολόκληρο το οικοδόμημα γίνεται θρύψαλα στα πόδια σου.
Με δισταγμό τα σπρώχνεις παραπέρα, απαλά, γιατί η απογοήτευση σού έχει κλέψει τη δύναμη.
Να προσπαθείς να ξεφύγεις από στεγανά και να τρως λάσπες στη μούρη από ανθρώπους που όταν ήσουν χαμηλά, απλά αδιαφορούσαν για την ύπαρξη σου. Ή χαμογελούσαν χαιρέκακα…
Μα τι κάθομαι και γράφω στις πέντε το πρωί;
Ποιόν κοροϊδεύω;
Όχι, θα γυρίσω στη σελίδα εκείνη παραπάνω, λίγο πριν τον αχό της πόλης. Θα μείνω σ’ αυτά που μου λείπουν, με την ελπίδα να τα ξαναβρώ.
Στα δειλινά που μοιράστηκα σε ακροθαλασσιές, πάνω στα βότσαλα. Σε φεγγάρια γεμάτα, ασημένια, να φωτίζουν πρόσωπα και μάτια. Σε αναστεναγμούς. Σε χιονοπόλεμους. Σε βαρκάδες. Σε μυρωδιές που έκοβαν την ανάσα. Που έφερναν κόμπο στο στομάχι. Σε φτερουγίσματα. Σε μονοπάτια που χωρούν πάνω από έναν άνθρωπο.
Σταματάει η σκέψη μου. Θέλω να μείνω εκεί.
Προτιμώ να μου λείπουν πράγματα, παρά να μην επιθυμώ τίποτα.

Σπρώξε στην άκρη τις κολόνιες, τις οδοντόβουρτσες, την ξυριστική σου μηχανή, το after shave.
Κάνε χώρο. Μάλλον, καλύτερα να τα βγάλεις τελείως απ’ το ράφι.
Το βλέπεις πια καθαρά το είδωλο σου; Μην κοιτάς τα μαλλιά, τα φρύδια, τη ρυτίδα που ίσως χθες δεν την είχες. Κοίταξε τα μάτια σου. Όχι τι χρώμα έχουν. Ούτε αν διαθέτουν μαύρους κύκλους. Πιο κέντρο. Μπορείς; Το βλέμμα σου, μπορείς να το αντικρίσεις;
Με τι αρχίδια;
Αν τολμούσες να το κάνεις ποτέ, να απογυμνωθείς μπροστά στον καθρέφτη σου, θα αυτοκτονούσες την ίδια στιγμή. Μα δε σε άφησαν να το κάνεις.
Οι σύγχρονες Μήδειες δε σφάζουν τα παιδιά τους. Τα ευνουχίζουν. Ειδικά τα αγόρια. Τα αγόρια τους. Τα καμάρια τους. Που από μικρά, όταν τα κάνουν μπάνιο, η επωδός τους είναι «Τι άντρα έβγαλα εγώ; Τι αρχιδαρά; Δε θα αφήσεις θηλυκό για θηλυκό αγάμητο!».
Δεν αντιλαμβάνονται πως και στον δικό τους άντρα, τα ίδια έλεγαν οι μανάδες τους. Κι όλη την πίκρα και τα χαμένα όνειρα, τα περνάνε με ένα σαδομαζοχιστικό τρόπο στα παιδιά τους.
Άμοιρες γυναίκες. Κακόμοιρες γυναίκες.
Δε σε έφτυσε στη μούρη η μάνα σου, δε σου άστραψε ένα χαστούκι, όταν της αποκάλυψες το πρώτο ψέμα που είπες σε κάποιο ανύποπτο κορίτσι.
Ούτε για το δεύτερο. Μπορεί και να άνοιξε την ουρά του παγωνιού από περηφάνια, που έγινες γνήσιος άντρας.
Δεν είδε τα δάκρυα του κοριτσιού. Δεν την ένοιαζαν αυτά. Σε αποδοκίμασε ποτέ για το επόμενο ίδιο ατόπημα; Μπα…Αντίθετα, το χάρηκε.
Και βρήκες πια το νόημα. Ανακάλυψες το παιχνίδι.
Σάπιζες σιγά-σιγά, μα η δυνατή, ακριβή κολόνια, δεν άφηνε τη μυρωδιά να βγει. Έγινε συνήθεια. Δεύτερη φύση. Αν ήσουν και λίγο μέτριος στη εμφάνιση, έψαξες, ανακάλυψες τρόπους, τερτίπια, για να αποκτάς πάντα αυτό που θέλεις.
Το πιο εύκολο μονοπάτι, είναι το ψέμα. Και πάντα το ψέμα, μια Λερναία Ύδρα. Βγάζει άλλα τόσα κεφάλια ψεύδους. Εσύ νοιώθεις βασιλιάς. Κερδίζεις εξαπατώντας. Πρέπει να είναι και αφροδισιακό.
Μα κοίτα λίγο πιο καλά! Εστίασε στο κέντρο. Πιο βαθιά. Μην το φοβάσαι. Το πολύ-πολύ, να θολώσει το είδωλο απ’ τα δάκρυα.
Πόσο μόνος είσαι…Πόσο φοβάσαι…
Τα έχεις δώσει αυτά τα δάκρυα. Απλόχερα. Αλλά όχι στον καθρέφτη σου. Τα έδωσες όταν αντίκριζες άλλα μάτια, που πριν μια στιγμή βρήκαν αποδείξεις τρανταχτές, για το πόσο απατηλός είσαι. Ωωω…Ερινύες, ενοχές, τύψεις. Στιγμιαίες.
Όταν έκλεινες την πόρτα πίσω σου, στον καθρέφτη του ασανσέρ, έστρωνες τα λιγοστά μαλλιά σου. Ίσως να προσπαθούσες να σταματήσεις και το ελαφρύ τρέμουλο στα χείλη.
Άλλη μια νίκη. Μα πόσο μεγάλος είσαι; Αύριο, μεθαύριο, πάλι εκεί θα βρίσκεσαι. Το ξέρεις. Τον έχεις ερμηνεύσει το ρόλο, αμέτρητες φορές.
Ξεχνιέται η φράση σου; «Αν έχει εκατό γυναίκες σε ένα μαγαζί, θα την πέσω σε όλες. Θα φάω 99 χυλόπιτες, η μια θα μου κάτσει, θα γαμήσω».
Αν μια γυναίκα επιχειρούσε κάτι τέτοιο, στην πρώτη αποτυχία θα σταματούσε.
Αγαπάς; Πονάς; Συμπορεύεσαι; Σίγουρα ναι. Με το δικό σου τρόπο. Ο οποίος δεν ταιριάζει σε καμία που νοιώθει να χάνεται στα μάτια σου. Ξέρεις τελικά ποια θα περνάει καλύτερα μαζί σου και με την «κληρονομιά» της μάνας σου; Αυτή που δεν θα νοιώθει τίποτα βαθύ για σένα.
Μα αυτή, δεν σου κάνει. Πώς θα σκηνοθετήσεις το δράμα σου; Κι αν το κάνεις, ποια θα σε χειροκροτήσει; Δε θα δεις απόγνωση. Δε θα αισθανθείς προδότης. Δε θα ζεις. Δε θα ρουφήξεις αίμα.
Οι δικοί σου κυνόδοντες μεγαλώνουν μέσα απ’ την απελπισία που δημιουργείς. Απ’ την ανάγκη της παρουσίας σου στη σκηνή των έργων σου. Εκεί ζωντανεύεις. Γιατί στην ουσία, είσαι νεκρός. Υπάρχεις μέσα από τις ζωές των άλλων.
Ό,τι ξεχωριστό δεις, το ενστερνίζεσαι. Το κάνεις δικό σου.
Μα έλα, κοίτα τις κόρες σου. Διαστέλλονται. Λάμπεις. Πόσα ζευγάρια μάτια δάκρυσαν για σένα;
Αυτή η τελευταία, κάπου στο Νέο Κόσμο, έπαψε να δακρύζει. Μόνο αναθεματίζει δυο χρόνια. Όση ευτυχία ένοιωσε σε αγκαλιές αγαπημένες πριν από σένα, της τη ρούφηξες. Αρχίζει και ξεχνάει φωνές, αγγίγματα, ερωτευμένα λόγια.
Νίκησες ρε! Δεν θέλει να ονειρευτεί ξανά παρέα με κάποιον.
Πες τα συγχαρητήρια στο δημιουργό σου και κοίτα να αποφεύγεις τους καθρέφτες. Ακόμα και τις βιτρίνες.

Υπάρχουν βραδιές – αραιώνουν σιγά, σιγά – πού λίγο πριν κλείσουν τα μάτια μου για την πιο γλυκιά αγκαλιά του κόσμου στο πρόσωπο του Μορφέα, βλέπω μια κόκκινη αντανάκλαση στο ταβάνι της κάμαρας μου.
Στοιχειωμένο κόκκινο. Χρόνια ολόκληρα.
Σχεδόν πάντα το έψαχνα σε τόσα δωμάτια, να εστιάσω πάνω του το βλέμμα μου μπας και αποφύγω μάτια που δεν ήθελα να αντικρίσω. Μην αισθανθώ ανάσες … και αποφύγω τον εμετό.
Αν είσαι πόρνη εν πλήρει συνειδήσει , θεωρητικά είναι πιο εύκολο να κοιτάξεις στα μάτια αυτόν που σε πληρώνει την ώρα που σε πηδάει. Πρακτικά δεν είναι.
Αισθάνεσαι ότι πρέπει το μάτι να λοξοδρομήσει. Κι έχεις να διαλέξεις : τον τραβάς επάνω σου ανάμεσα σε λαιμό και μαλλιά, με το όποιο βάρος η ιδρώτα εναποθέτει στο κορμί σου ή με αριστοτεχνικό τρόπο τον κρατάς σε κάποια απόσταση και αφήνεις επισφαλή τα μάτια στο όποιο βλέμμα;
Συνήθως προτιμούσα να κοιτώ το ταβάνι. Οι μυρωδιές και ο ιδρώτας με ένα καυτό μπάνιο μπορούν να φύγουν.
Είναι όμως κάποιες ματιές, που υπάρχουν ακόμα στο μυαλό μου. Λίγο μετά το τελείωμα. Με μια μικρή δόση απέχθειας. Σπάνιες ματιές αυτές. Αλλά αυτές έβρισκαν χαραμάδα να χωθούν πάντα σε κόκκινο φόντο.
Δεν μπορώ να έχω άποψη για την όποια κοπέλα βγάζει τον άρτον τον επιούσιον μπρούμυτα ή ανάσκελα, όταν κάνει αυτή τη δουλειά ασυνείδητα ή όταν της το επιβάλουν.
Στις μέρες μας αυτό είναι το πιο σύνηθες. Αυτό επικρατεί.
Όταν λειτουργούσα ένα στούντιο και είχα ως προσωπικό τέτοια κορίτσια, είδα πολλά άδεια βλέμματα. Κενά. Και πολλές φορές γεμάτα κακία.
Γι αυτό προτιμούσα να ψάχνω μια λάμπα στο ταβάνι ή ένα πίνακα στον τοίχο.
Όταν κοιτούσα ματιές επί χρήμασοι έβγαιναν συναισθήματα, όχι αναγκαία άσχημα, αλλά εκεί μέσα δεν χωράει κάτι τέτοιο. Ίσως μια απόλαυση αμφίδρομη πολλές φορές. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Αυτές τις χαραμάδες προσπαθώ να κλείσω, αλλά νομίζω πως είναι ανώφελο.