Archive for Ιουνίου, 2017


Δειλία ή τόλμη;

Στιγμιότυπο 2016-07-12, 1.58.14 μμ

Ερώτημα για τους αυτόχειρες.Ο καθένας απαντά απο το μετερίζι του.Τη πλευρά του.Όταν εισαι στην άκρη του γκρεμού δύσκολα υπάρχει δύναμη να τραβήξει τα βήματα πίσω, σε σταθερό έδαφος.Πόσο σταθερό;
Δεν τη γνώρισα την Έμιλυ.Ίσως πέρασα απο δίπλα της στους κοινούς μας αγώνες.Ίσως κάτσαμε στο ίδιο παγκάκι να ξαποστάσουμε.
Μα την εχω δίπλα μου 23 ολόκληρα χρόνια.Όσα η ζωή της. Πόσο δάκρυ για τα νιάτα που χάνονται έτσι ! Ετσι; Το κράξιμο στο σχολείο , το στρίμωγμα σε κάποια γωνιά , για να δουν τα άλλα παιδιά -αχ πόσο σκληρά ειναι τα παιδιά- τι έχει απο κάτω του, ανάμεσα στα σκέλια. Λες κι ειναι υπογραφη αντριοσύνης.
Ήμουν δίπλα της στο λεωφορείο ,όταν έκαναν με μια «σεμνή» μορφή αηδίας , λίγο παραπέρα οι συνεπιβάτες.Του εισιτηρίου, οχι της ζωής. Μονη ήταν. Κι αυτή η μοναξιά , η συγκεκριμένη , ειναι άσπλαχνη.Χυδαία, ξεδιάντροπη.Σε θέλει τόσο δικιά της.Ειναι κτητική. Και σκληρή. Σου δείχνει συχνά πυκνα ενα δρόμο , που δεν τον ειχες σκεφτεί. Χάπια; Ξυραφάκια; Γκρεμός; Δεν εχει σημασια.Αν το πάρεις απόφαση… Γελάω πικρα. ΑΝ ΤΟ ΠΑΡΕΙΣ ΑΠΟΦΑΣΗ… Τι να πάρεις απόφαση; Άλλοι αποφάσισαν για σένα. Δεν θέλει πολύ. Μια στιγμή αδυναμίας. Μια στιγμή που σταματάς να τρέχεις.Μια στιγμή που πόδια, χέρια , οδηγούνται μόνα τους Σαν τα νέα αυτόματα αυτοκίνητα.Τόσο εύκολα. Εχει γίνει η δουλειά. Τόσα χρόνια.Παντού. Σε έκάθε έκφανση χαράς που το γέλιο διέφερε απο των άλλων παιδιών. Που το λίκνισμα των γοφών δεν ήταν επι τούτου.
Που η δασκάλα , η καθηγήτρια, ο διπλανός ο γκόμενος, η φίλη , ο φίλος , έβαλαν ενα λιθαράκι σιγά σιγά, αναίμακτα νομίζοντας κι ήρθε αυτή η ΑΔΥΝΑΜΗ στιγμή να πεις τέλος. Δεν αντέχω άλλο. Με γεμίσατε … θέλω να αδειάσω.
Καλό ταξίδι ομορφιά μου. Θα σε δω στις εξι το απόγευμα. Θα σου κρατήσω νοερά το χέρι και θα σε ξεπροβοδήσω. Κάτι ξέρω..Κάπου σε νοιώθω. Ίσως λίγο..Το λενε τα σημάδια στα χέρια μου.Θα τα δείς…

Advertisements

53 χρόνια.

Κοιτώντας κάτι ξεραμένα φυτά στο απέναντι μπαλκόνι, δεν γίνεται να μη θυμάμαι το χώρο που γεννήθηκα.
Σε σπίτι, με μαία. Με τσιμετόλιθους , σε να χωριό δίπλα στην Κατερίνη.
Σε σπίτι με αυλή γεμάτο τενεκεδένιες γλάστρες , οι πιο πολλές με μυρωδάτους ατίθασους βασιλικούς.
Αγόρι αναφώνησε ,περιχαρής,σε μια ανρδοκρατούμενη κοινωνία με το αντρικό πρότυπο να ισοπεδώνει σχεδόν κάθε γυναικεία υπόσταση.
Η μάνα ήθελε κορίτσι. Ηδη ειχαν βγεί απ τη μήτρα της δυο αγόρια. Σαν να έπιασε κατά το ήμισυ η επιθυμία της.
Κάποια μοίρα τη συμπόνεσε και το επόμενο παιδί , γεννήθηκε κορίτσι.
Αλλά τα δικά μου χρωμοσώματα , ήδη χόρευαν άλλο χορό.

Όμορφα παιδικά χρόνια ,με ενα θαμπό σκοτάδι να καλύπτει την παιδική ψυχή μου. Δεν το ήξερα.Η μαμά μου το τόνισε όταν συνέχισε να το βλέπει να μεγαλώνει με τα χρόνια.
Εφηβεία ανάκατη σε ενα μλέντερ με νιάτα,όνειρα,οι ορμόνες στο κόκκινο,η θυληπρέπεια επίσης,το κράξιμο δυσβάσταχτο, το μπούλινγκ αιτία να παρατήσω το σχολείο στην πρώτη Λυκείου, όντας πολύ καλός μαθητής.
Βρήκα άλλο σχολείο.Φανταχτερό,με ψηλά τακούνια,και κατάξανθο μαλλί.Λεωφόρος Συγγρού. Ασπρόμαυρα χρόνια. Μα κράτησα τα καλά.Όσο μπόρεσα. Θεοποίηση απο κάθε αρσενικό και αυτόματα το επόμενο αυτοκίνητο μου έκανε δώρο μια πέτρα στο δόξα πατρί. Και πουλούσα. Οχι, οχι, νοίκιαζα. Ενα κορμάκι γεμάτο λουλούδια , που η μαγκιά μου ειναι οτι δεν άφησα να μαραθούν. Τώρα πιά το λέω περήφανα.

Επαναπροσδιορισμός φύλου.Επέμβαση.Καζαμπλάνκα.Πήγα στον άλλο κόσμο και γύρισα αφου έδειξα το μεσαίο δάχτυλο στον Άδη.Καβάλησα καλάμια.Εφαγα χαστούκια. Επανήλθα. Μαζί μου και το σκοτάδι μου. Παρεάκι μου. Μέχρι που στο τέλος το αγάπησα και το αγκαλιάζω κάθε φορά που με θυμάται, επειδή μάλλον βαριέται.
Οίκοι αν-τ-οχής. Πολλά χρόνια.Εκει ανακάλυψα την σεξουαλικότητα μου στο έπακρο. Εκεί έμαθα πως ο έρωτας , ακόμη και με χρήμα ειναι το υπέρτατο αγαθό με τά την αγάπη.Τον τίμησα τον έρωτα και με αντάνοιψε πλουσιοπάροχα. Και στην παλάμη και στην ψυχή, πρωτίστως.

Μια μάνα βράχος πάντα δίπλα μου,εν αγνοία της. Φτάνει που ήξερα οτι η αγκαλιά της περισσεύει για μένα.Οχι απλά με χωράει. Ξαναγίνομαι έμβρυο κάθε φορά εκεί μέσα. Αυτό μου έσωσε τη ζωή.
Τόση ευαισθησία , σε τόσο σκληρό κόσμο, πως να τα έφερνα βόλτα;
Όταν δεν ήθελα να την πληγώσω, έβρισκά άλλες “σειρήνες” που τα σημάδια τους ακόμη τα κουβαλώ.
53 γεμάτα χρόνια.Τόσο γεμάτα,που δύσκολα βρίσκω τρόπους να ταξιδέψω.Αλλά το κυριότερο,ψάχνω να βρώ.
Αγάπη.Τόση αγάπη,που κάποιες φορές την κλωτσούσα γιατι με πλάκωνε.
Με λένε Αννα και ειμαι ευτυχής, που ειχα την ευλογία να ζήσω και να ζώ μια ζωή γεμάτη χρώματα.
Να αναπνέω ελευθερία.