Στιγμιότυπο 2016-04-17, 5.04.11 πμ

Κάπως έτσι καταρακώνονται τα συναισθήματα.Ξημερώματα Κυριακής.Κι έρχονται σύμμαχοι στη ρωγμή , τα μαύρα σύννεφα, ο λυσσασμένος άνεμος ,η βροχή, αρχές του Δεκέμβρη.
Τα τελευταία χρόνια μονολογώ συχνά την ίδια φράση. «Σε λάθος εποχή γεννήθηκα» .
Ψέμμα. Μια χαρά εποχή γεννήθηκα. Σε λάθος εποχή μεγαλώνω. Άλλαξαν μορφή ,όλα σχεδόν. Δεν σε πλησιάζει κανείς πια, χωρίς να θέλει να αρπάξει κάτι απο σένα . Συνήθως οχι ανοιχτά. Θα ήταν πιο έντιμο.
Μονομάχος σε μια αρένα νοιώθω.Κι όλο ανοίγουν τα συρταρωτά κάγκελα και ξεπετάγονται θηρία ,με ούτε καν μια αλυδίδα στο λαιμό ,έτσι για ξεκάρφωμα,για τα προσχήματα. Δεν υπάρχει κερκίδα να κραυγάζει. Είναι απροκάλυπτοι πια οι άνθρωποι.

Οι φίλοι μου. Που είναι οι φίλοι μου; Τι ΔΕΝ έδωσα και μου έφυγαν;Κι αυτοί που στέκονται δίπλα μου , τι απέμεινε να πάρουν ;
Μεγάλη πληγή η αγνωμοσύνη.Σταθερή αξία αυτοί που πατούν επι πτωμάτων ,για να πετύχουν κάτι στη ζωή τους ,αδιαφορώντας για τις παράπλευρες απώλειες.
Που έκανα λάθος; Μήπως φταίω μόνο εγώ;

Δίνω, δίνω , δίνω ,.Καυχιόμουν πάντα οτι δεν υπάρχει παρόμοια αίσθηση πληρότητας , όταν δίνεις.
Το φαρμάκι της αμφιβολίας αρχίζει και κυλάει στις φλέβες μου και μου παγώνει το αίμα.Τι δίνω; Που δίνω; Την ψυχή μου ρε φίλε. Κομμάτι-κομμάτι. Και ζητούν.Πως να αρνηθείς; Πως να κοιμηθώ ήσυχη αν δεν δω μάτια να γαληνεύουν μετά τη φουρτούνα τους; Όταν με βρέχουν τα κύματα τους;
Πως κοιμούνται αυτοί ήρεμοι; Με χάπια. Με ναρκωτικά.
Όχι δεν μπορεί όλοι να παίρνουν υπνωτικά. Εγώ δεν κάνω κάτι καλά. Το ψάχνω.Ανοίγω πληγή. Την ξύνω. Ματώνει.Στάζει .
Είναι προτιμότερο όμως απο το οίδημα. Η φλεμονή σαπίζει, βρωμάει. Μα δεν την μπορώ τη βρώμα. Προτιμώ πιότερο το αίμα.
Βουλιάζω στη νοσταλγία μου.Που είναι οι φίλοι μου;Οι άνθρωποι που με πλησίαζαν για ενα μου μόνο χαμόγελο.Αφού το έβλεπα, τους έφτανε.Τι άλλαξε; Αυτό που αναδύεται γύρω μου, δεν μου αρέσει ,με τρομάζει. Πρέπει κι εγώ ν αλλάξω;
Δεν θέλω.
Μα ματώνω.
Κλέβει η μάσκαρα και το μολύβι, απο το βλέμμα μου πια. Χαροπαλεύει το κραγιόν να ξεπεράσει σε γοητεία το χαμόγελο μου. Το καταφέρνει.
Παραλληρώ.
Θέλω να μιλήσω , να ουρλιάξω. Μα ποιά αυτιά θα με ακούσουν; Είναι βουλωμένα.Με μουσικές,με σειρήνες,με αυλές, με κόλακες , με βουλοκέρια.
Φωνάζω : Ξυπνήστε ! Είναι ευφήμερο όλο αυτό. Μα ποιός ακούει; Χάνομαι σε λειβάδια που μαραίνεται το χαρτάρι σε κάθε πατημασιά μου . Έχει μαυρίσει η ψυχή μου. Σκίζω τις φλέβες μου να βγεί η τοξίνη , να παραμείνω στο όνειρο, στην ελπίδα. Σε πουλάν , μ ενα φιλί χειρότερο απ του Ιούδα. Εκείνο τουλάχιστον έμεινε στην ιστορία. Μοιράζω τη σκέψη μου να μαλακώσει το μυαλό μου. Μα θέλω να ουρλιάξω. Ξυπνήστε ρεεε. ! Εδώ είναι η ζωή , τώρα , μια στιγμή….

Advertisements