Στιγμιότυπο 2015-02-14, 2.25.42 μ.μ.
Κρύο το σπίτι. Άλλαξε ο καιρός απότομα. Μόνη έννοια το κρεβάτι μου. Με μουδιάζει όμως η σκέψη πως κι απόψε θα κοιμηθώ μόνη. Πιστεύεις πως έχω ν αλλάξω σεντόνια δύο εβδομάδες; Το μαξιλάρι έχει τη μυρωδιά σου ή έτσι νομίζω. Όποτε σ’ αγαπάω γέρνω σ αυτό. Όταν σου θυμώνω το κάνω κουβάρι και το πετάω.

Λένε πως την συνήθεια την αποχωρίζεσαι πιο δύσκολα απ’ την αγάπη. Είναι αγάπη όμως πλέον; Ή αυτός ο πληγωμένος εγωισμός που τσακίζει την ύπαρξη μου; Δειλιάζω ν’ απαντήσω. Όλα εδώ μέσα είσαι εσύ, ειδικά το μαξιλάρι σου. Μου άφηνες το μισό για ν’ ακουμπάω το κεφάλι σου έστω με τα μαλλιά μου. Ξυπνούσα να πιώ νερό τις καυτές νύχτες και μες στον ύπνο σου με ρωτούσες: που πάς;

Δεν θα κοιμηθώ εκεί απόψε. Οι μνήμες μου κλείνουν την πόρτα στα μούτρα. Στον καναπέ θα τη βγάλω, εκεί που σε άφηνα να κοιμηθείς όταν σε τιμωρούσα.
Κάθε φορά που με πλήγωνες σου στερούσα την παρουσία μου, την ανάσα μου που αφουγκραζόσουν στο διπλανό δωμάτιο. Αλλά να μην μπορείς να με αγγίξεις. Και μ’ έλεγες κακιά.

Ναι ήμουν. Είχες ένα απίστευτο ταλέντο να μου βγάζεις το χειρότερο μου εαυτό.
Να ήξερες πόσα έχασες. Δεν πρόλαβες με τα καμώματα σου καν να δεις πως είναι η Άννα όταν αγαπάει.

Μα έβγαζες μαχαίρια και βέλη βουτηγμένα σε δηλητήριο. Κι εγώ το όπλο που έμαθα να χειρίζομαι αριστοτεχνικά είναι η ασπίδα. Ό,τι έριχνες πάνω της στο γύριζα πίσω με διπλάσια δύναμη απ’ η δική σου. Είμαι μαθημένη βλέπεις.

Πάλεψα με τόσα θηρία στη ζωή μου μα την προδοσία δεν μπόρεσα να την νικήσω. Μα στ’ ορκίζομαι προσπάθησα. Δεν με σκότωσε, με πλάκωσε. Έχασα κάθε μέτρο.
Το χρώμα μας ήταν το κόκκινο έτσι κι αλλιώς. Αλλά το κόκκινο δεν είναι μόνο έρωτας και πάθος. Είναι και μίσος. Σε μίσησα με το ίδιο σθένος που σε αγάπησα. Αυτή τη λεπτή γραμμή την πέρασα πολλές φορές. Πέρα δώθε πέρα δώθε έχασα κάθε επαφή, κάθε σταθερά. Κόντεψα να τα μπερδέψω στο τέλος.

Και τώρα τι κάνω; Περιφέρεσαι στη σκέψη λες και βαράς σκοπιά. Συγκεκριμένες στιγμές.

Όταν κοιτάζω τον θυμωμένο Λυκαβηττό, που με τόση επιμονή με έπεισες να βγάλω τα ψηλά φυτά απ το μπαλκόνι για να μπορούμε να τον αγναντεύουμε.
Όταν ετοιμάζομαι να δω κάποια ταινία, αγκαλιά με την κουβέρτα γιατί λείπει η δική σου. Την έδιωξα; Έφυγε; Τι σημασία έχει;
Όταν ρουφάω το ηλεκτρονικό τσιγάρο που εσύ μου αγόρασες, γιατί σε φόβιζε ο επίμονος βήχας μου απ’ το τσιγάρο.
Όταν βγαίνω απ το μπάνιο με το λευκό μπουρνούζι και δεν συναντώ τα μάτια σου να με γδύνουν, να μου κάνουν έρωτα.
Κάθε φορά που παρκάρω στο γκαράζ και δεν χρειάζεται πια να υπολογίσω πόσο χώρο να αφήσω για τη μηχανή σου.
Όταν πλένω τα δόντια μου και δεν μπερδεύω την οδοντόβουρτσα με την δική σου.
Όταν δω μπροστά μου ένα i-phone 4s. Εκεί ανακάλυψα ένα βράδυ πως δεν σου ήμουν αρκετή. 14 Φεβρουαρίου. Πού κατάντησα. Να σιχαίνομαι μια συσκευή και μια ηλίθια ξενόφερτη γιορτή. Θυμάσαι τι σου «ευχήθηκα» εκείνο το βράδυ;
«Να βρεις μια κοπέλα και να την αγαπήσεις όσο εγώ εσένα. Να σε λατρέψει όσο εσύ εμένα. Και να σου κάνει ακριβώς τα ίδια. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Και να είναι του Αγίου Βαλεντίνου»

Άντε μου στο διάολο κι εσύ κι αυτός. Είμαι κακιά αγαπημένε μου;

Advertisements