Στιγμιότυπο 2014-12-30, 7.20.26 μ.μ.
Ο ένας ειναι μεγάλος με χρυσή κορνίζα στην κρεββατοκάμαρα.Για να μη βλέπει τις ίδιες παραστάσεις τον φέρνω πότε πότε στο σαλόνι. Ο άλλος στο μπάνιο.Πιο μικρός, πιο “κοντινός” , πιο φωτεινός , αναγκαίος .Ο ένας φίλος, ο άλλος τείνει να γίνει εχθρός.Με εκνευρίζει με την αυθάδεια του αλλά πρέπει να στέκομαι μπροστά του, για πρακτικούς συνήθως λόγους.
Κάποια βράδια ακουμπώ στο κάσωμα της πόρτας και καμαρώνω τον Παρθενώνα.Μόνο απο το παράθυρο του μπάνιου μου να στέκεται πληγωμένος στο βράχο.Μόνο απο εκεί μπορώ να τον δώ. Και δεξιά, ο καθρέφτης.

Ενα τέτοιο βράδυ ξέφυγε απ τις κιτρινωπές κολώνες το βλέμμα και κόλησε στο πρόσωπο μου. Ωρα πολύ.Σαν να μη με γνώριζα απο κάποια λεπτά και μετά.Έψαχνα , ψαχούλευα , να βρώ τι; Σαν να πήγα σε μια άλλη διάσταση.Δεν με αναγνώριζα.Σοκαρίστηκα ελαφρώς με τη σκέψη και άρχισα να ψάχνω επίμονα.Πάλι δεν ήξερα τι.Θαύμασα τα μαλλιά μου που μάκρυναν και τα μάζεψα μηχανικά με τα δυο χέρια ..να ξυπνήσει η μνήμη απ τη λήθη.Μόνο τα μάτια μου θύμισαν κάτι αλλά δεν γυάλιζαν τόσο. Και τα χείλη, αμυδρά.Τα ειχα βάψει κατακόκκινα ενα βράδυ , ετσι για να δώ πως θα ειναι βαμένα , με ενα κραγιόν της μάνας μου.Εκανα το ιδιο τώρα.Έλειπε η λάμψη αλλά θυμήθηκα το συναίσθημα.Τη λαχτάρα για κάτι άγνωστο και οικείο συνάμα σ ενα παιδί 15 χρονών.

Κι ο λαιμός.Ψηλός όπως τότε.Τώρα εχει χαράδρες λεπτές ή πιο χοντρές. Χάζευα τις ρυτίδες μου μεθυσμένη. Δίπλα απ το στόμα το κατακόκκινο ,δεκάδες λεπτές ρυτιδούλες σαν μισοφέγγαρο. Γέλασα πολύ στη ζωή μου. Μαζοχιστικά ,τις θαύμαζα. Μειδίασα σαν καρικατούρα να φανούν πιο έντονες.Θόλωσε το ειδωλο ,βούρκωσα. Λείες πεδιάδες δεξιά και αριστερά.Προσπέρασα τα μάτια αργά. Ειχα επικεντρωθεί τόσο έντονα που έβλεπα σχεδόν κάθε πόρο του δέρματος.Ανέβηκα στο μέτωπο. Μεγάλο ,στιλπνό ,αχαρτογράφητο.Οι τόσες εκπλήξεις, ο θυμός , ο φόβος,η καχυποψία , ο δισταγμός , εξαφανισμένα εδω και χρόνια.

Η επιστήμη με τη μέθοδο του μπότοξ δεν με άφηνε να δω , όσο κι αν έψαχνα ,κάποια ρωγμή. Κάτι απ τα πίσω χρόνια.Απ τα τόσα συνασθήματα.Ξανακατέβηκα με ανάμεικτη διάθεση.Η φιλαρέσκεια νίκησε την ανάμνηση. Γέλασα πολύ στη ζωή μου τελικά.Ο χάρτης αυτό μου έδειχνε.Δυο τεράστια βουνά τα μάγουλα, οικογενειακό κειμήλιο απ τη μαμά.Ήρθαν κι άλλα χαμόγελα στην παρέα,στη μνήμη, δάχτυλα να χαιδεύουν τα σημεία που κοιτούσα με μισόκλειστα τα μάτια ,σαν να ήθελα να τις διώξω. Τις χάδεψα και τώρα.Ξέφυγαν τα μάτια.Πήγαν στα χέρια.Το ίδιο λεπτά, νευρώδη,μακριά.Κι αυτά με χιλιάδες διαδρομές πάνω τους. Σαν μικροσκόπιο τα διαπερνούσα.

Θυμήθηκα πολλά γέλια. Αλλά το μπότοξ δεν πιάνει εκεί.Ευτυχώς, σκέφτηκα. Ή οχι; Δεν απαντώ με σιγουριά.Αυτή η ζωή εξαρτιόταν απ την ομορφιά.Ετσι ειχε μάθει.Ευτυχώς τα δάκρυα δεν αφήνουν αυλακιές.Γλυστρούν και φεύγουν παίρνοντας την πίκρα μακριά.Και αυτη στη λήθη παραγκωνισμένη.
Λευκές τρίχες αρχίζουν και ξεπηδούν.Αφήνω τα μαλλιά κάτω να μη τις βλέπω. Ξαναψάχνω εντελώς μηχανικά.Εχει σταματήσει ο χρόνος σε ενα πρόσωπο που τωρα πια μόνο αυτό υπάρχει στον καθρέφτη.Ολα τα υπόλοιπα γύρω θολά. Ψάχνω κι αλλες.Δεν βρίσκω.Α θυμήθηκα. Πάλι η επιστήμη.Μεσοθεραπεία. Κολαγόνα, υαλουρονικά και ενα σωρό στοιχεία σε ενέσιμη μορφή να τονώσει το δέρμα των 49 χρόνων.Να ξεδιψάσει.Να σβήσει τα ίχνη του χρονου, του εχθρού , που νόμιζα. Κάτι χάθηκε, κάποιες έσβησαν.Κάποιο γλυκό χαμόγελο δεν άφησα να αφήσει ίχνη.Το παραγκώνισα.Λεπτές αυλακώσεις πάνω απ τα χείλη, εσβησαν.Τις προλαβα. Αυτές απ το τσιγάρο.Απ το παρεάκι μου τόσα χρόνια.Τις στιγμές της απόγνωσης, της απόλαυσης, του δεν βαριέσαι-κι αυτό θα περάσει. Συγνώμη, σε όσες έσβησα βάζοντας μπροστά τη ματαιοδοξία κι απο πίσω την επιβίωση κολλητάρι.Στιγμιαίες ενοχές.Εξάλλου η αθωώτητα πρέπει ν αποδεικνύεται κάθε μέρα,διάβασα κάπου…

Advertisements