Στιγμιότυπο 2014-12-09, 12.34.17 μ.μ.
Είπα να παίξω το γνωστό μου παιχνιδάκι με πρόσωπα και χαρακτήρες. Αυτή τη φορά ήμουν κι εγώ στο κάδρο των χρωμάτων. Κάθισα στην αναπαυτική πολυθρόνα, παρήγγειλα τον καφέ μου -πάντα βαρύ και γλυκό- απομόνωσα ήχους και εικόνες και εστίασα απέναντί μου.

Μια γυναίκα αρκετά αμήχανη, με έντονη κίνηση στα χέρια. Μακριά δάχτυλα, εύθραυστα. Και μάτια ανήσυχα, αεικίνητα, να ψάχνουν αφορμές για σχολιασμό, τοποθετημένα στον άντρα που καθόταν στο ίδιο τραπέζι. Ο δε άντρας ακόμη πιο αμήχανος. Αυτός είχε γκρίζα μαλλιά, γοητευτικός. Κι αυτή είχε σίγουρα κάποια άσπρα τουφάκια, αλλά ήταν βαμμένα. Υπήρχε μια ένταση στην ατμόσφαιρα. Δύο ξένοι άνθρωποι, ουσιαστικά. Ξαναβρέθηκαν έπειτα από τριαντατέσσερα χρόνια, για έναν καφέ. Να θυμηθούν, να νοσταλγήσουν, να ξαναβιώσουν, ίσως, ένα χαμένο συναίσθημα. Όχι, το τελευταίο ήταν αδύνατον να συμβεί.

Μέσα απ’ την κουβέντα τους, τα νοήματα, τις κλεφτές ματιές, την αμηχανία, ήρθε ο πίνακας μπροστά μου ολοζώντανος. Της έλεγε με γλυκό τρόπο πως την έβρισκε γοητευτική και πως από τότε, ήταν πολύ γλυκό αγόρι. Πως είχε έντονο βλέμμα, πολύ πείσμα, μα πολύ πείσμα και τσαγανό. Πως σε κάθε διαπληκτισμό όσα επιχειρήματα κι αν είχε αυτός για να υπερασπιστεί την άποψή του, «αυτό», έβρισκε άλλα δέκα, σε πέντε λεπτά. Καμία αναφορά στις σεξουαλικές τους περιπτύξεις που κράτησαν κάποιους μήνες. Μόνο η αίσθηση της αγκαλιάς αναφέρθηκε μ’ ένα μειδίαμα γλυκό απ’ τον άντρα της παρέας.

Του έκανε εντύπωση πως ένιωθε οικεία, ζεστά και όμορφα σε μια παιδική αγορίστικη αγκαλιά, με γυναικείο δέρμα. Αυτή ήταν σαν χαμένη. Ένα κομμάτι απ’ το παρελθόν της που είχε σχεδόν εξαφανιστεί από τη μνήμη της ξετυλίγονταν μπροστά της με εικόνες, σκέψεις, λόγια χαμηλόφωνα, που όσο τα άκουγε έφευγε η άχλη από τον πίνακα και ξεπηδούσαν ζωντανά τα χρώματα. Χρώματα τόσο δυνατά που έβγαζαν από μόνα τους συναίσθημα και… περηφάνια. Γιατί περηφάνια, αλήθεια; Αν δεις την εικόνα απέξω, τη λες και χυδαία – εύκολα, ε; Είναι χυδαίος ο έρωτας; Το μυαλό τον κάνει να μοιάζει μέσα στη χυδαιότητα.

Ένας νεαρός από την επαρχία της Μακεδονίας κατεβαίνει Αθήνα για να βρει δουλειά, νοικιάζει με έναν φίλο του ένα δώμα σε μια ταράτσα μονοκατοικίας κάπου στην Ακαδημία Πλάτωνος. Γνωρίζεται με την οικογένεια που ζει στο μεγάλο σπίτι, τρώνε κάποιες φορές μαζί, συναγελάζονται, περνούν σχεδόν όμορφα. Εκεί, σε μια ταράτσα στον Βύθουλα. Και σκάει μύτη ένα πουστράκι μικρό, χαριτωμένο, κορίτσι σχεδόν και του φέρνει τον κόσμο του άνω-κάτω. Σχεδόν ερωτεύεται. Μοιράζονται τις εμπειρίες του έρωτα, πρωτόγνωρες εμπειρίες και για τους δυο, για διαφορετικούς λόγους. Ήταν το «άνοιγμά» του σ’ έναν άλλο κόσμο. Για το μικρό ήταν ένα παράθυρο για να αναπνεύσει οξυγόνο. Εκεί ήταν η ανάσα του. Σε μια αντρική αγκαλιά.

Δεν θυμόταν σχεδόν τίποτα. Αυτός της τα θύμισε θεωρώντας αυτό το παιδί ένα κομμάτι των νιάτων του και ίσως της ταυτότητάς του. Της έλεγε με θαυμασμό και έκπληξη στη φωνή, «εσύ από τότε μου έλεγες πως, όταν μεγαλώσεις, θα σε λένε Άννα». Ούτε αυτό το θυμόταν. Θεωρούσε πως όλα αυτά που συνέβησαν στη μετέπειτα ζωή της ήταν τόσο φυσιολογικά, που δεν πίστευε ότι χρειαζόταν να υπενθυμίζει στον εαυτό του αυτό το παιδί, τι όνομα θα είχε όταν θα γινόταν γυναίκα. Προφανώς το ήξερε μέσα του, απλά δεν το σκεπτόταν. Μπερδεμένο, ε;

Και να ‘τη τώρα, μια ενδιαφέρουσα γυναίκα παρέα μ’ έναν γοητευτικό άντρα να μιλούν και να ερωτεύονται τον παιδικό τους εαυτό απ’ την αρχή. Αυτός τα είχε ξεκάθαρα στο μυαλό του. Αυτή είχε ένα χαμένο βλέμμα προσπαθώντας να σκηνοθετήσει τις εικόνες. Σαν από ταινία σηκώθηκα και κάθισα «δίπλα» της. Έγινα ένα με αυτήν.

Πέρασε γρήγορα η ώρα. Αποχαιρετήθηκαν μ’ ένα σφιχτό, αλλά μετρημένο αγκάλιασμα. Τίποτα δεν θύμιζε ο ένας στον άλλον πλέον. Μόνο τα μάτια. Η σπίθα της ανάμνησης, της αθωότητας.

Σ’ ευχαριστώ, Γιάννη, όπου κι αν βρίσκεσαι. Μου έφερες μπροστά μου ένα μικρό κομμάτι της παιδικότητάς μου, της ανησυχίας μου, της τόλμης μου, που αρχίζω και την ξεχνώ. Δεν θυμάμαι αν σου συστήθηκα στην πρώτη χειραψία. Με λένε Άννα…

Advertisements