Στιγμιότυπο 2014-03-04, 1.05.50 μ.μ.

Απογοήτευση. Αγανάκτηση μαζεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη. Κι ένα κομματάκι αγάπη, κρυμμένο κάπου αριστερά. Χρόνια. Τρία; Τέσσερα; Αιώνες φαντάζουν. Όταν σε κυριαρχεί ο πόνος παρεάκι με την περηφάνια, χάνεις τη συναίσθηση της κατάστασης και του χρόνου. Και των επιπτώσεων. Βρίσκεσαι σε ένα σημείο να αμφιβάλλεις για όλα αυτά που γνωρίζεις για σένα, τη συμπεριφορά και, το χειρότερο, ακόμη και τον χαρακτήρα σου. Αλλάζεις, αλλοιώνεσαι, μεταμορφώνεσαι, μεταλλάσσεσαι.

Μειώνεσαι, σέρνεσαι, αφήνεις να σε μειώσουν μια και η ανασφάλεια έχει μπει στο πετσί σου, στο αίμα σου. Γίνεσαι έρμαιό της.

Δεν σε κυριαρχεί τίποτα περισσότερο από αυτό. Και ο φόβος. Ένας ανείπωτος φόβος της μοναξιάς. Και συνάμα οι απειλές. Οι διαστρεβλωμένες αλήθειες, τα αναγκαία ψέμματα, για να ανταποδώσεις τον πόνο, τον θυμό, τον εξευτελισμό μιας προσωπικότητας που τη χτίζεις χρόνια βουτηγμένη στην αντιξοότητα.

Αισθάνεσαι πηγαία ανάγκη κι εσύ να πονέσεις. Να ανταποδώσεις. Να το γυρίσεις πίσω αυτό το κύμα. Υπάρχει κάποια ρωγμή, που θα βρεθεί η κατάλληλη στιγμή, απ’ τον κατάλληλο άνθρωπο, υπό τις κατάλληλες συνθήκες… να σου γαμήσει τη ζωή. Να ανοίγει το πιθάρι της Πανδώρας και η ελπίδα ήδη να μην υπάρχει μέσα. Που κι αυτή αμφιλεγόμενη είναι.

Θα σου ‘ρθει συνήθως σαν έρωτας. Πάντα μια προσωπίδα φοράει. Χίλια τερτίπια θα σου κάνει να σε κερδίσει, να σε βάλει υποτακτικά από κάτω του, ή έτσι να τον αφήσεις να νομίζει. Να σε ανεβάσει σε βάθρο σαν βασίλισσα. Να σου χαρίσει χαμόγελα στα χείλη, φιλιά απαλά, αγκαλιές που αρνείσαι να δεις πως μέσα από αυτές γίνεσαι μητρικό υποκατάστατο εκείνη τη στιγμή.

Πού πάει η αγάπη όταν χάνεται; Πώς ένα απαλό αεράκι γεμάτο μυρωδιές γίνεται ανεμοστρόβιλος και τα διαλύει όλα;

Τα ίδια χέρια που σε αγκάλιαζαν, αυτά σε πιέζουν στους καρπούς απαιτητικά να ομολογήσεις το ανομολόγητο. Ότι σου τελείωσε. Τα ίδια μάτια! Πώς γίνεται και αλλάζουν βλέμμα τα μάτια. Πώς οι φλόγες γίνονται σπίθες, κεραυνοί; Ώρες και φορές αλλάζουν και χρώμα. Μπαίνει το κόκκινο του έρωτα που σχεδόν γίνεται μίσος. Κόκκινη κλωστή…

Πώς αλλάζουν τα συναισθήματα των ανθρώπων; Πόσο “ευέλικτοι“ μπορούμε να γίνουμε τηρουμένων των συνθηκών και των αναλογιών; Είναι το συμφέρον της ψυχής; Προφύλαξη; Δεν αντέχουν κάποιοι άνθρωποι την ευτυχία, μετά από μια τρικυμία. Μόνο τεράστια κύματα θέλουν για να παλεύουν, νομίζοντας πως μαθαίνουν καλό κολύμπι έτσι.

Κουράζονται, αναλώνονται και αλλοιώνουν ότι “τόλμησε” να τους αράξει την ύπαρξη. Πώς ο βασιλικός μπορεί να γίνει γαϊδουράγκαθο; Τι πορεία ακολουθείται; Πού το χάνουμε;

Πώς ο βράχος που νόμιζες ότι είχες για στήριγμα, γίνεται θρύψαλα, αλάτι και ένα με το νερό; Αυτό το νερό που σε πνίγει, ενώ κάποτε σε ξεδιψούσε, σε δρόσιζε, σε καθάριζε. Αυτός που σε νανούριζε σε πουπουλένιο μαξιλάρι, να θέλει να σε πνίξει με αυτό. Αυτός που σε σκέπαζε να μην κρυώνεις, να σου αφαιρεί όλα τα ρούχα στο καταχείμωνο, όχι για να απολαύσει άλλη μια φορά το κορμί σου, αλλά για να ξεπαγιάσεις.

Ο προστάτης, σου τραβάει το χαλί. Να τσακιστείς κι ας πονέσει κι αυτός. Αρκεί που θα πονέσεις εσύ. Πού πάει τόση αγάπη; Σε ποια στροφή χάνεται το παιχνίδι; Ποιος από μηχανής θεός μπέρδεψε τον ρόλο του;

Παραληρώ… Συγχωρέστε με. Απόψε έχασα ένα κομμάτι απ’ τη ζωή μου. Κόπηκε η κλωστή. Κι ήταν κατακόκκινη…

ένα άρθρο των πρωταγωνιστών

Advertisements