Στιγμιότυπο 2014-02-23, 1.11.24 μ.μ.

Είναι μια από αυτές τις νύχτες, τις βαριές, που κοιτάς με ημίφως απλά το ταβάνι για ώρες, λες και δεν τις βιώνεις εσύ. Είναι τέτοια η απόλαυση της μοναξιάς, σαν να βλέπει κάποιος άλλος τον εαυτό σου απλά να κινείται στον χώρο σου. Είναι και ο ήχος της βροχής, το χουρχούρισμα της γάτας κοντά στη φωτιά, μια ηρεμία που ουρλιάζει δυνατά στο αυτί μου.

«Γιατί το κάνεις αυτό; Πώς είναι δυνατόν εσύ, να απολαμβάνεις… αυτό;»

Αρχίζει και με προβληματίζει έντονα αυτή η απόλαυση της μοναχικότητας. Την αποζητώ. Και μετά θυμώνω με μένα. Από τώρα;

Οι απαντήσεις, ριπές πολυβόλου. Μα γέμισα, χόρτασα, νισάφι, φτάνει πια, τόσα μάτια, τόσα χρόνια, τόσες ανάσες, τόσες ανατριχίλες, πόση υποκρισία επιλεκτική, πόση ευτυχία σε δοσολογίες, γέλια, δάκρυα, υποσχέσεις αθετημένες, μονόπλευρα όνειρα, δοσοληψίες για λίγο δέρμα παραπάνω, η ευτυχία μονίμως να περιμένει στη γωνία, πόσες πατημασιές σε κατάλευκο χιόνι, πόσες παραλίες που λάτρεψες και κολύμπησες.

Πόσα; Τι; Γιατί; Πόσα… «έτσι», χωρίς απάντηση.

Είναι στιγμές που σκέφτομαι μόνο το κακό. Είναι φορές που δεν είμαι καλός άνθρωπος. Που φθονώ. Που αναθεματίζω. Που μαραζώνει το μυαλό μου μαζοχιστικά. Μαστιγώνομαι. Που θέλω το λάμδα να το αλλάξω με το κάπα, σε κάθε φράση που περιέχει τη λέξη… καλό.

Δεν είμαι εγώ. Δεν θέλω να είμαι εγώ. Αρνούμαι αυτό το κομμάτι μου… μα υπάρχει. Πρέπει να το εξαλείψω. Τι μάζεψα πάλι; Πώς το γέμισα το τσουβάλι;

Μια γραμμή τα χείλη. Δυο σχισμές τα μάτια μου, κλειστά. Θέλω να σκεφτώ θετικά. Κάτι όμορφο, κάτι αγνό, κάτι που κάποτε, κάποια στιγμή με έκανε να λάμψω.

Δεν βρίσκω τίποτα. Ματαιότητα.

Τι λες, ρε Άννα; Μια ζωή τη σιχαίνεσαι αυτή τη λέξη! Μα γυρίζει σαν σβούρα πολύχρωμη, συνέχεια, συνέχεια, σταματημό δεν έχει.

Θέλω να βρίσω όταν με κοιτάνε στραβά ή ακόμη και επίμονα. Θέλω να σπάσω τον καθρέφτη μου όταν ξυπνάω και δεν χαμογελούν τα μάτια. Ακόμη και το κεφάλι μου να σπάσω. Θέλω να χώσω μια σφαλιάρα στον κάθε μαλάκα αγενή, που δεν σέβεται την ύπαρξη κανενός και υπάρχει μονάχα για την πάρτη του. Θέλω να σκοτώσω μονάχα και με τη σκέψη ό,τι σκατό έχει βγει στην επιφάνεια.

Μήπως γίνομαι κι εγώ έτσι;

Μήπως με παρέσυρε τελικά το ανάξιο του πράγματος;

Μπαίνουν χαλινάρια στη ματαιότητα;

Φίλοι, εχθροί, ευνοούμενοι, κολλητοί, εραστές, έρωτες, άγγελοι και διάβολοι, ένας αχταρμάς στο μυαλό μου.

Αξίες. Νιώθω πως χάνω τις αξίες μου. Μεμψιμοιρώ. Σιχτιρίζω. Παραπονιέμαι, βρίζω, ουρλιάζω με το μαξιλάρι στο πρόσωπο μην ακούσω την κραυγή μου και τρομάξω. Και κάνω σκέψεις κακές. Ακόμη και για τον εαυτό μου. Αρχίζω και με φοβάμαι.

Ψάχνω, διαβάζω, ρωτάω. Τι είναι; Πληρότητα; Έλλειψη; Πόσο θέλω να είναι το δεύτερο! Να χωρέσει κι άλλο μέσα μου για να διώξω αυτό που με κατακλύζει κάτι νύχτες σαν κι αυτή.

«Κακομαθημένο παιδί» θα με πει η κολλητή μου. Παράσιτο, θα με αποκαλέσει ο άγνωστος. Με γεμάτη φορτία, θα με δικαιολογήσει μια φίλη. Μαλάκα, θα με πει ο ξένος.

Κι εγώ θα κοιτάξω για ακόμη μια φορά καρφί τα μάτια, στα μάτια μου και θα σκεφτώ, στιγμές αδυναμίας είναι. Αύριο πάλι θα χαμογελάσεις με την καλημέρα που θα ακούσεις.

Πάλι θα γεμίσεις όταν χωθείς στην αγκαλιά της αγαπημένης αδερφής σου. Πάλι θα τσακωθείς με την κολλητή σου γιατί είναι γκρινιάρα. Πάλι θα γελάσεις με τη Λούσυ όταν κυνηγάει τη γάτα κι ας είναι μισή απ’ αυτή. Πάλι θα θυμώσεις, πάλι θα κλάψεις, πάλι θα ρίξεις ένα χαμόγελο σε κάποιον άγνωστο μου σε κοίταξε γλυκά. Πάλι θα γίνεις… άνθρωπος. Τώρα αυτό το κομμάτι σου ξόρκισέ το. Φώναξέ το. Αποδυνάμωσέ το. Πάντα πετυχαίνει… νομίζω.

Advertisements