edd0142f6c62a3bef39969618e0c0014
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.sex&id=23877
Με κλειστά τα μάτια είχα απλωθεί σε μια πορτοκαλί πετσέτα. Είχα αλείψει στο σώμα μου ένα λάδι με μυρωδιά καρύδας και άφηνα τον ήλιο να με χαϊδεύει όπως μόνο αυτός γνωρίζει. Απαιτητικός εραστής. Σε χαιδεύει απαλά στην αρχή, σε γαληνεύει και, σιγά-σιγά, σε καίει. Αν του αφεθείς παραπάνω, σε τσουρουφλίζει… και σ’ αρέσει.

Η θάλασσα ήρεμη έξω απ’ το λιμανάκι που αράξαμε, αλλά η δύναμη που είναι μέσα της κουνούσε ελαφρά, όσο έπρεπε, το σκαρί. Ενα γλυκό νανούρισμα σε συμφωνία με τον ήλιο. Η απόλυτη ευτυχία. Ίσα που πρόλαβα να νιώσω μια υποψία σκιάς και ένα δροσερό στόμα άρπαξε τα χείλη μου. Χάθηκε ολόκληρο σε μια γεύση παγωτού βανίλια. Η γλώσσα του λες και ήθελε να εξερυνήσει κάθε γωνιά μου. Έχασα τα λογικά μου, την ξαπλωμένη ισορροπία μου, μαζεύτηκε το κορμί κουβάρι απ’ τον αλλόκοτο συναγερμό. Έπιασε τα στήθια μου γλιστρώντας τα δάχτυλά του σαν να έκαναν τσουλήθρα σε βουνά. Κατηφόρησαν στην κοιλιά πολύ αργά και απότομα παραμέρισε το μόνο κομμάτι ύφασμα που είχα πάνω μου και έχωσε τα δάχτυλα μέσα μου. Βόγγηξα και με γύρισε μπρούμυτα.

Άνοιξα τα μάτια απ’ την απότομη αλλαγή της νιρβάνας μου, θέλοντας να συνειδητοποιήσω πρώτα απ’ όλα ποιος είναι αυτός που καπηλεύεται εν αγνοία μου… την άγνοιά μου. Ευτυχώς, είδα με πολύ ζόρι, απ’ τον δυνατό ήλιο, κείνο το χρώμα. Σαν να πήρε μια πινελιά δίπλα απ’ το νερό και πέρασε το χρώμα στα μάτια του. Τόσο μπλε. Αλλά φουρτουνιασμένο.

Τα γαμημένα χρόνια στην πουτανιά, δεν με άφηναν να χαρώ τη στιγμή. Να απολαύσω.

Τι έκανε ή, μάλλον, γιατί το έκανε; Είχαμε «κοινό»; Ήμασταν οι δυο μας; Γούσταρε, ”δούλευε”, έπαιζε, φτιαχνόταν μαζί μου ή με την ιδέα ότι εξαιτίας μου έβγαζε περισσότερο χρήμα;

Μπήκε μέσα μου εκεί, κάτω απ’ τον καυτό ήλιο, να γλυστράω, να με κρατάει, να δαγκώνω την πετσέτα, να τραβάει τα μαλλιά μου και να κουνιέται λυσσασμένος. Αυτός πάνω-κάτω και το σκάφος δεξιά κι αριστερά. Πώς να μη ζαλιστώ;
Ανοίγω ξανά τα μάτια από ανάγκη να επανέλθω στην πραγματικότητα και στα δέκα μέτρα περίπου ένα μαύρο σκάφος, τεράστιο, απ’ το πουθενά. Εξι ζευγάρια μάτια καρφωμένα πάνω μας. Ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί. Και να πάω πού; Στο πάτο της θάλλασσας;

Απτόητος συνέχισε την αργέγονη κίνηση. Και που τον έσπρωχνα, περισσότερο αγρίευε.
-Σταμάτα, βρε τρελλοκομείο, έχει κόσμο δίπλα.
-Σκάσε και κάνε πως δεν τους πήρες χαμπάρι. Ξέρω τι κάνω.

Και δώστου ο εραστής του ονείρου να κουνιέται. Αυτό που με τρέλλανε, ήταν ότι δεν υπήρχε καμία πτώση. Ακάθεκτο το γλυπτό. Δήθεν τελείωσε και σταμάτησε. Έψαχνε το στόμα μου πάλι. Τα δόντια μου βρήκε. Μόνο που δεν του έκοψα κομμάτι. Σκύλιασα απ’ τα νεύρα μου και, μην κρυβόμαστε, κι απ’ την απογοήτευση.

Όπως ήμουν στο πλάι πια, για να βλέπω καλύτερα, θρονιάστηκε από πίσω μου, σχεδόν κρύφτηκε, για να φαίνεται το εμπόρευμα μπροστά και το υπέροχο κεφάλι του δίπλα μου. Σαν να με έδειχνε.
«Θα ‘ρθει κι η σειρά σου, αγοράκι μου, δεν θα ‘ρθει;». Ευτυχώς, δεν το είπα δυνατά.

Μα, πώς τους ψιλιάστηκε το λαγωνικό; Και άντε, τους είδε πριν έρθει σε μένα. Πώς ήξερε ότι έψαχναν περιπέτειες τέτοιου είδους; Ή το ρίσκαρε κι ό,τι πιάσει;
-Αννούλα, πας καλά, κοριτσάκι μου; Γερμανική σημαία, τρία ζευγάρια γυμνά, σ’ αυτό τον όρμο, τι κάνουν εδώ;
Μου ήρθε να του αστράψω ένα χαστούκι. Ειδικά ο τρόπος που είπε το «κοριτσάκι μου».
Μας μίλησε, με βαριά αγγλική προφορά, ο μεγαλύτερος της παρέας. Αν είμαστε διατεθειμένοι να πιούμε κάτι στο δικό τους σκάφος.
Εκείνη η υπεροψία μου τσάκισε το νευρικό σύστημα. Μια μόνο ματιά να λέει ολόκληρη φράση – «Δεν στα έλεγα εγώ;».

Βουτήξαμε και σε δυο λεπτά ήμασταν εκεί. Είχε ήδη κατέβει η ηλεκτρική πασαρέλα στην πίσω πλευρά. Δεν μας έβλεπε κανείς. Οι σαμπανιέρες, ήδη αραδιασμένες. Διάφορα πιάτα με σολωμό, καραβίδες, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Και δίπλα, τα προφυλακτικά. Τεράστιο σκάφος, ένας τεχνητός παράδεισος. Μαραμένα κορμιά αντίκρυσα. Κοιλιές σαν σακκούλες σκουπιδιών ξεχειλισμένες. Αιδοία ξεχειλωμένα απ’ τον χρόνο. Χρυσά κοσμήματα σε κατακόκκινα απ’ τον ήλιο δέρματα. Οι φίρμες απ’ τα μαγιό και τα αξεσουάρ περνούσαν μπροστά μου τηλεοπτικό σποτ. Το ένα ζευγάρι ήταν πολύ νεότερο. Η κοπέλα, αρκετά συμπαθητική. Ο άντρας βγαλμένος σαν από ταινία κακής ποιότητας, αλλά καλοβαλμένος. Ξανθομπάμπουρας, με ανοιχτό γαλάζιο για μάτια. Ωραίο βλέμμα, γεμάτο. Δεν χρειάστηκαν λόγια και συννενοήσεις. Κάτι κανόνιζε ο Άγγελος με τον χοντρό και ο ξανθόψειρας ήρθε κατευθείαν σε μένα. Από πίσω μας, βράχια. Δεν μας έβλεπε κανείς. Ή, έτσι νόμιζα. Με πήρε επιτόπου και η γυναίκα του με χάιδευε. Κι άλλο χαστούκι ήθελα να ρίξω, σε μια μέρα. Έκανα πως φτιάχτηκα. Δεν ήταν κακός, μα το παραέκανα. Τσίμπησε ο δικός μου. Νόμιζε ότι παίζω το παιγνίδι του. Ήρθε κοντά και ασχολιόταν με το ξέπλυμα. Άρχισα να βογκάω πιο δυνατά. Άστραψαν τα μάτια του. Την παράτησε. Ήρθε σε μένα και έκανε νόημα στον Γερμανό να με αφήσει. Ο μαλάκας ο άλλος πήγε να φύγει, ψάρωσε κι αυτός.

Τον τράβηξα με το ζόρι σχεδόν πάνω μου και τον μάγκωσα με τα πόδια.
«Πας καλά, παιδάκι μου;», ρωτάω τον Άγγελο, με το πιο πειστικό μου χαμόγελο. «Εγώ χαρά στα σκέλια μου να μη δω; Μόνο εσύ; Δουλειά-δουλειά, αλλά έστω μια μέρα κάτι να ευχαριστηθώ κι εγώ».

Τόσο ηλίθιο βλέμμα καιρό είχα να δω.
-Και πριν, στο σκάφος του μαλάκα, δεν είδες χαρά στα σκέλια σου, Αννούλα; Τι κάναμε τόση ώρα;
-«Δουλεύαμε», αγοράκι μου. Δουλεύαμε.

-Α, ρε Αννούλα… Αν ήξερες…

Μου ήρθαν τα λόγια της μελαχρινής σαν σφήνα, μα τα παραμέρισα. Είχα πορεία ακόμη…

Advertisements