http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.sex&id=23669 ένα φεγγάρι σαν ασημένιο πιάτο, που είχε σπάσει σε μια μεριά του. Κάπου πάνω δεξιά. Μάλλον γέμιζε. Η προφορική πρόσκληση, έλεγε δείπνο στο πάνω κατάστρωμα, κάτω από τ’ αστέρια, με επίσημη ένδυμα. Και ψηλά τακούνια. Μου έκανε αίσθηση αυτό γιατί όσο άσχετη και να ήμουν, ήξερα πως σχεδόν απαγορεύεται να χρησιμοποιούνται τακούνια στο σκάφος. Ή με είχαν πληροφορήσει λάθος.

Όπως και να ‘χει έγινα όσο πιο όμορφη μπορούσα. Ενα τιρκουάζ, μακρύ, μεταξωτό φόρεμα άγγιζε το δέρμα μου τόσο απαλά που ήταν σαν μην το φορούσα. Καθόλου αξεσουάρ παρά μόνο ενα πανάκριβο ρολόι και το πιπεράτο άρωμα της Balencianga. Και, φυσικά, τα παπούτσια που απαιτήθηκαν: καστόρινα μπεζ πέδιλα.

«Κούκλα είσαι», μου είπε ο Άγγελος, μόλις βγήκε από το μπάνιο. Είχε μαυρίσει κι άλλο και το μπλε των ματιών του γέμιζε ένα ολόκληρο πρόσωπο. Δεν μπορούσες να δεις κάτι άλλο πάνω του. Δυο μπλε λίμνες, υγρές, σαν ελαφρώς δακρυσμένες. Κι οι τεράστιες βλεβαρίδες να ρίχνουν σκιά, φοινικόβεργες σε ροδαλά μάγουλα. Είχε επανέλθει η τρυφεράδα στα μάτια και μου ράγιζε η καρδιά.

Το ζευγάρι, μας περίμενε σε ένα τεράστιο στρογγυλό τραπέζι γεμάτο πιάτα, ποτήρια, λουλούδια .Οι σερβιτόροι συνέχιζαν να αραδιάζουν πράγματα πάνω του, λες και θα έτρωγε ένας λόχος.
Μαύρο φόρεμα είχε διαλέξει η Μόιρα ως το γόνατο και κόκκινα παπούτσια, όχι και τόσο ψηλά.
Δεκάδες ρεσό αραδιασμένα διάσπαρτα στον χώρο, έδιναν άλλη διάσταση.
«Τι να έχει στο νου του πάλι αυτός ο μαλάκας;», σκέφτηκα.

Ο Άγγελος, πανέμορφος μέσα στην άνεσή του, άρχισε να με περιποιείται κοιτώντας με συνέχεια στα μάτια. Επίμονα, εμμονικά θα έλεγα. Αποκλείεται να δούλευε εκείνη την ώρα. Και απ’ ό,τι διαπίστωσα, στα επόμενα λεπτά… κανείς δεν δούλευε.

Πρότεινε ο οικοδεσπότης να βγάλουμε για ένα βράδυ τα όποια προσωπεία μας, να λύσουμε τα κορδόνια τους, να πέσουν οι μάσκες, έστω για μια βραδιά.

Κάποιο άλλο του παιχνίδι θα είναι σκέφτηκα και προσπάθησα να χαλαρώσω. Ο ξανθός, μου άγγιζε το χέρι κάθε τόσο και έπειτα από λίγη ώρα έπιασε μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά μου και έπαιζε μαζί της επί ώρες. Μου έκλεισε συνομωτικά το μάτι σαν να μου έλεγε, «χαλάρωσε. Γίνε αυτό που γνώρισα και γοητεύτηκα. Και θα γοητεύσεις κι αυτούς». Χαλάρωσα σύντομα και η κουβέντα πήγε στα γνωστά κλισέ, πώς γνωριστήκαμε, πώς έγιναν ζευγάρι αυτοί – και παρόμοιες κουβέντες. Για κάποιες ώρες αισθάνθηκα πως είμαι με μια καλή παρέα διακοπές. Που κάπως έτσι κατέληξε. Το μόνο που μου χαλούσε τη βραδιά ήταν τα καρφιά που πετούσαν τα μάτια της άλλης γυναίκας. Απο την ομωπλάτη του Άγγελου, ως το πρόσωπό μου. Μια αδιάκοπη διαδρομή γεμάτη φλόγα… ζήλειας.

Ζήτησε την άδεια των αντρών ευγενικά να πάει να φρεσκαριστεί και σχεδόν απαίτησε την παρέα μου.
Δεν γινόταν να μην πάω, αν και φοβόμουν την κατάληξη. Με οδήγησε στην καμπίνα τους. Την κοιτούσα περίεργα αλλά ήδη είχε φύγει το μυαλό της απο εκεί που ήμασταν. Μου ζήτησε, πολύ ευγενικά ομολογουμένως, να της ξεκουμπώσω το φερμουάρ στην πλάτη της.

«Ε, όχι και λεσβιακό», σκέφτηκα. Εχω και τα όριά μου. Αυτό, δεν θα το άντεχα. Ειδικά εκείνη τη βραδιά.

Γλίστρησε το φόρεμα, σχεδόν ακούστηκε ο θόρυβος όταν έπεσε στο πάτωμα και έμεινε με ένα μικροσκοπικό κιλοτάκι και τα κόκκινα παπούτσια. Τα πέταξε με μια νευρική κίνηση και χώθηκε νωχελικά κάτω από το λευκό σεντόνι. Με κοιτούσε πολύ έντονα, αλλά όχι με το ίδιο ύφος.

Είχε γλυκάνει. Δεν μου ζήτησε να γδυθώ. Μου έκανε χώρο να ξαπλώσω δίπλα της. Παράξενη εικόνα τώρα που τη φέρνω στη μνήμη μου.
Δύο γυναίκες ξαπλωμένες σε ένα πολυτελές κρεββάτι, στη μέση του πουθενά. Η μια, πανέμορφη με τη γύμνια της και η άλλη νεράιδα ντυμένη, έξω απ’ τα νερά της.
Με πήρε αγκαλιά. Οχι διστακτικά. Απεγνωσμένα, άγαρμπα κι ίσα που πρόλαβα και είδα ένα δάκρυ προτού το κραγιόν μου λερώσει τα μαλλιά της.
Χωμένη στο λαιμό της, αμήχανη, ένιωθα τους βουβούς λυγμούς της να τραντάζουν όλο μου το είναι.

Την απομάκρυνα απαλά, πνιγόμουν. Είχε ξεθωριάσει η ομορφιά της, μέσα σε πέντε λεπτά. Τη λυπήθηκα. Πόσο τραγικά λυτρωτικό να λυπάσαι για κάποιον που είχε τη δύναμη να σε μειώσει με τον τρόπο του, δέκα λεπτά νωρίτερα.

«Δεν αναρωτήθηκες τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Πού χωράς εσύ εδώ;», με ρώτησε με μουτζουρωμένα μάτια από τη μάσκαρα που είχε βραχεί από τα δάκρυα.

αρχείο λήψης«Δεν σε έχουμε ανάγκη εμείς. Ο Άγγελος σε επέβαλε. Το κάνουμε χρόνια αυτό. Πρώτη φορά έφερε κάποια μαζί του. Στην αρχή που τον έφερε ο άντρας μου, έμεινα άφωνη. Και για το καινούριο που μου ζητούσε να κάνω, για να «δυναμιτίσει» τον ανδρισμό του, αλλά κι απ’ αυτή την ομορφιά που αντίκρυσα. Τον ερωτεύτηκα αμέσως. Μέσα στην ατυχία μου, στάθηκα τόσο τυχερή. Έκανα τα καλύτερα γαμήσια μαζί του. Με ήθελε, το ένιωθα. Κάθε γυναίκα ερωτευμένη το νιώθει. Αλλά ποτέ δεν με κοίταξε όπως κοιτούσε εσένα απόψε. Ποτέ. Σε ζήλεψα και σε θαύμασα ταυτόχρονα. Μπορείς να τον έχεις όποτε θέλεις. Εγώ, μόνο έτσι… Με δεσμοφύλακα».

Δεν κατάφερε να βγει λέξη απ’ τα χείλη μου. Οχι τόσο από αυτά που άκουγα, αλλά απ’ τη γλύκα της φωνής της. Κι εκείνο το ξεθώριασμα… με τσάκιζε.

«Σίγουρα θα έχεις σκεφτεί πως δεν διαφέρουμε και πολύ. Κάνεις λάθος. Εσύ, τώρα, αν το αποφασίσεις, μπορείς να φύγεις. Εγώ δεν μπορώ και δεν ξέρω αν θέλω πια. Εχω βολευτεί σε μια φωλιά που την έχτισαν αετοί κι εγώ είμαι σπουργίτι. Ήταν πολύ για μένα. Αλλά άντεξα, άλλαξα. Με απειλεί με τα παιδιά και ξέρω πως θα το κάνει, κάθε φορά που βλέπει πως τα βήματά μου μπορεί να προχωρήσουν λίγο παραπέρα απ’ αυτόν».

Βούρκωσα ξανά, μέσα σε δυο μέρες. Αποκάλυψη και ανακάλυψη. Τι ζήλεψα η ανόητη; Την επιφάνεια. Την παγίδα της μόστρας. Της χλίδας. Την αγκάλιασα στοργικά έτσι όπως ξέρω ν’ αγκαλιάζω, χρόνια τώρα, ό,τι φαίνεται στα μάτια μου αδύναμο. Αυτό που όλοι μου καταλογίζουν σαν δύναμή μου.
Ανεβήκαμε πάνω φρεσκαρισμένες, ανάλαφρες, πανέμορφες. Όλα τα κατάλαβε ο Άγγελος. Αυτός ήξερε, ο άλλος οχι.
«Σαμπάνια θέλω στο ποτήρι μου», απαίτησα με άλλον αέρα. Ήταν δικό μας το παιχνίδι, πια. Κι είχε πολλές έναστρες βραδιές και μεσημέρια στον καυτό ήλιο ακόμη…

Advertisements