blow-job-thumb-largeΣύνδεση με τα προηγούμενα: μαζί με τον Άγγελο, μία αρσενική πόρνη, ακολουθούμε ζεύγος εύπορων Αθηναίων σε ένα ερωτικό ταξιδάκι με το σκάφος τους στο Αιγαίο. Την πρώτη μέρα, ο Άγγελος έκανε έρωτα με τη σύζυγο του οικοδεσπότη μας, αλλά το βράδυ τελείωσε με τους δυο μας, αγκαλιά, στην καμπίνα μου.

Μετά από τόσο γλυκό ύπνο δεν ήθελα να σηκωθώ με τίποτα. Ήταν κι εκείνο το απαλό κούνημα του σκαριού παραδομένο στη δύναμη της θάλασσας και με νανούριζε ακόμη πιο πολύ. Η απουσία του κορμιού από δίπλα μου με ξύπνησε. Μύρισα τα χέρια μου να δω αν έχουν άρωμα, μη και το είδα στον ύπνο μου όλο το σκηνικό. Φωνές άκουγα απ’ την απέξω πλευρά, αλλά όχι τη δική του.

Μια μεταξωτή ρόμπα έριξα πάνω μου και βγήκα. Δύο καμαρότοι πήγαιναν κι έρχονταν με γεμάτους δίσκους στα χέρια τους. Ούτε ματιά δεν μου έριξαν. Είχαν συνηθίσει προφανώς. Στο στρογγυλό σαλονάκι το «ευτυχισμένο ζευγάρι» έτρωγε το πρωινό του.

-Καλά ξυπνητούρια, είπε το αρσενικό. Κοιμήθηκες καλά;

Με ένα νεύμα του είπα «ναι» και η μόνη λέξη που έβγαλα ήταν «καφές;».
Τα μάτια μου ήδη έψαχναν τον Άγγελο. Χαμένος. Η κυρία με καλημέρισε και μου χαμογέλασε ελαφρώς ενοχικά και συνωμοτικά. Είχε πολύ ζουμί η υπόθεση, αλλά ακόμη δεν το ήξερα.

Χαμένη και χωμένη σε έναν γάμο που είχε τελειώσει από καιρό. Κραύγαζαν τα μάτια της «πνίγομαι», αλλά αφού ήπια δυο-τρεις γουλιές καφέ σκέφτηκα, «τι διαφορά έχει αυτή από μένα;». Πουτάνα εγώ, πουτάνα κι αυτή. Με άλλη πελατεία, με άλλες προδιαγραφές, σε άλλα σημεία, πολλές φορές με τον ίδιο «πελάτη». Δεν την έκρινα αυστηρά. Ό,τι δυνατότητες έχει ο καθένας. Απλά, τη λυπήθηκα. Αλλά αυτά δεν τα ήξερα. Τα υποψιαζόμουν. Κι ο Άγγελος, άφαντος.

Είχε σχεδόν μεσημεριάσει κι έκανα πως διάβαζα εφημερίδα. Και ανεβαίνει τη σκάλα. Κολυμπούσε τόση ώρα. Ολόγυμνος. Κάτω απ’ τον καυτό ήλιο να χρυσαφίζουν οι τρίχες στα πανύψηλα πόδια του και οι σταγόνες απ’ το νερό να διαγράφουν τρελή πορεία σε ένα κορμί που θα ζήλευε κι ο ίδιος ο Απόλλωνας. Ανεξέλεγκτες τον χάιδευαν, στέγνωναν πάνω του αφήνοντας μια στάλα αλάτι για ανάμνηση. Να ζηλέψουν οι υπόλοιπες που βιάστηκαν και δεν άφησαν απομεινάρι.
Ήρθε κατευθείαν σε μένα και μου έσκασε ένα φιλί! Ένιωσα πως ξεριζώνεται το στόμα μου. Γούρλωσα τα μάτια, πιο πολύ με απορία. Δουλεύει τώρα; Δεν ήξερα, δεν είχα παρόμοια εμπειρία. Μάλλον θα ήταν όπως κάποιες φορές που με πλήρωνε κάποιος κούκλος και περνούσα και καλά. Αν μη τι άλλο, ευχάριστα. Μάλλον αυτό θα ήταν. Και τα δύο.

Ήπιε από τον καφέ μου και με ένα σάλτο βρέθηκε μπροστά στον άλλο άντρα της παρέας. Ακριβώς μπροστά του. Με μαθηματική ακρίβεια εκείνος ο υπέροχος φαλλός βρέθηκε στο πρόσωπο του άλλου. Πεσμένος, βρεγμένος, μια σταλιά. Έπιασε με λύσσα το βυζί της μελαχρινής γυναίκας για να έχει άλλοθι ή για να φτιαχτεί. Βόγκηξε αυτή, μάλλον πόνεσε, παρά καύλωσε. Τον άρπαξε απ’ τα μαλλιά, τον άντρα ντε, και του είπε επιτακτικά, με άλλη φωνή, νομίζω.
-Πάρτον, τώρα. Όλο.
Μπούκωμα, γουρλωμένα μάτια, άναρθρα φωνήεντα, σάλια κι όμως του σηκώθηκε αμέσως του συζύγου.
«Θα σου πετάξω τα μάτια έξω, βούλωστο και πάρτον όλο. Και χωρίς δόντια, μαλάκα. Με πονάς». Και τον πήρε. Αυνανιζόταν με λύσσα. Η άλλη, τάχα μου, χαϊδευόταν αλλά πιο πολύ ασχολιόταν με τον Άγγελο και το κορμί του. Εγώ;

Εγώ σαν πρωτάρα, τρομάρα μου, προσπαθούσα να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, μην καρφωθώ. Σαφώς και τα ήξερα όλα αυτά. Τα είχα ακούσει σε αφηγήσεις φίλων μου, γνωστών, φαντασιώσεις πελατών. Πολλές φορές και σε δικές μου φαντασιώσεις, με το ζόρι κάποιες φορές, για να ανοίξει η οπτική μου. Πάντα πίστευα και τώρα πια είμαι πεπεισμένη 100% ότι η σεξουαλικότητα δεν έχει όρια και στεγανά. Φραγμούς έχει. Και καλά κάνει σε όποιους αισθάνονται καλά με αυτό.

Τέλειωσε στο στόμα του. Μου ήρθε να ξεράσω. Ήρθαν εικόνες κακές στο μυαλό μου, όταν μου το έκαναν με το ζόρι τόσες φορές στα σκληρά χρόνια της λεωφόρου. Και ξέρασα. Μπροστά σε όλους. Κρύφτηκα στο κάτω σαλόνι. Έκλαψα. Για μένα, για τον Άγγελο, για τη μελαχρινή, για τη βία, για τον έρωτα που τον ξευτελίζουμε για 5 φράγκα, για το προηγούμενο βράδυ, για την επόμενη μέρα.

Σιχτίρισα μια ζωή, μια έκθεση ζωγραφικής, τα πολλά λεφτά του άλλου, το σκάφος του, τη μοίρα μου, το στενό μυαλό μου που αρνιόμουν να του κάνω διατάσεις γιατί φοβόμουν μη γίνω σαν αυτούς.

Ήρθε, μ’ αγκάλιασε, με ηρέμησε. Μου είπε «συγγνώμη, αλλά μόνο έτσι επιβιώνεις σ’ αυτή τη δουλειά».

-Όχι, αγόρι μου. Εγώ, επιβίωσα αλλιώς. Μπορεί τη θέση της σκληρότητάς σου να είχαν πάρει μερικά χάπια ή ένα ροζ πέπλο που έβαζα να ομορφαίνω την ασχήμια μου, αλλά δεν μπερδεύτηκα ποτέ μέσα μου. Αλλά ξεχνάω το βασικότερο. Εσύ είσαι άντρας. Είσαι κυρίαρχος. Είχες μόνο αυτό να διαχειριστείς. Αν είχες τα βαρίδια μου, ίσως σκεφτόσουν και φερόσουν αλλιώς. Αλλά θα είχες αποτύχει ως πουτάνα.

ένα άρθρο των πρωταγωνιστών

Advertisements