http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.sex&id=23360
kaistokoterooellhnasdenpc0
Στο προηγούμενο κομμάτι σας είπα ότι γνώρισα έναν υπέροχο άνδρα που μου αποκάλυψε ότι έκανε την ίδια δουλειά με μένα. Ήταν αρσενική πόρνη.

Από τις έντεκα με έπαιρνε τηλέφωνο. Λες και δεν του είχα πει τις ώρες μου. Ξύπνησα με ένα κεφάλι απίστευτα βαρύ απ το πολύ πιώμα της προηγούμενης βραδιάς. Ήπια έναν καφέ ακόμη πιο βαρύ και τον πήρα στον αριθμό τον προσωπικό του.

«Ετοιμάσου, μπέμπα. Δουλειά. Πάρε κάνα μπουφανάκι μαζί σου και δυο-τρία μαγιό. Πάμε τριήμερο ταξιδάκι με ένα ζευγάρι, πολύ καλά λεφτά».

Στη φάση που ήμουν και χωρίς λεφτά, θα πήγαινα. Αν έλειπε και το ζευγάρι, ακόμη καλύτερα. Είχα ανάγκη να ξεφύγω από μια καθημερινότητα που με πήγαινε όλο και πιο κάτω. Το ξενέρωμα, φυσικά, που έφαγα όταν μου αποκάλυψε ο Άγγελος τη δουλειά του, ήταν δυνατό. Αλλά με ποιο δικαίωμα θα μπορούσα εγώ να κρίνω ανθρώπους βάσει των σεξουαλικών τους προτιμήσεων και επιλογών εργασίας; Θα έπρεπε να ήμουν η τελευταία. Και το προσπαθούσα. Δεν λέω ότι είναι εύκολο. Άλλο να το ξέρεις απ’ την αρχή κι άλλο να το μάθεις αφού έχεις γοητευθεί κι αρχίσει το διαολάκι να στριφογυρίζει με εικόνες φαντασίας ερωτικές και μη. Έχω βρεθεί στην απέναντι πλευρά, άπειρες φορές. Κατανόησα συμπεριφορές ανθρώπων, μετά την αποκάλυψη της αλήθειας μου. Δεν μπαίναν λόγια στο μυαλό μου. Έβγαλα κάθε ερωτική διάθεση από μέσα μου γι’ αυτόν και άρχισα την αγαπημένη μου συνήθεια. Παρατηρούσα. Και έμεινα έκπληκτη από τον επαγγελματισμό, την ωμότητα, το παιχνίδι και τη διάθεση γι’ αυτό. Από μένα μάλλον αυτό έλειπε τόσα χρόνια. Η διάθεση προς εκμετάλλευση είτε είναι επιλογή είτε οχι. Έτσι οφείλει να λειτουργεί μια πουτάνα. Στα 45 μου, λοιπόν, ανακάλυψα πως ήμουν φρικτή επαγγελματίας. Αλλά θα αναφερθώ σε αυτό κάποια άλλη φορά.

Στις 5 το απόγευμα βρεθήκαμε στη μαρίνα του Φλοίσβου. Δεν το μέτρησα, αλλά ήταν μεγάλο σκάφος, ολόλευκο. Ένας νεαρός, απροσδιορίστου εθνικότητας, με βοήθησε να περάσω τη γέφυρα που ήταν στον αέρα και ίσα που ακουμπούσε στη στεριά. Μας οδήγησε κατευθείαν στην πλώρη του γιοτ που βρισκόταν ο ιδιοκτήτης του. Ωραίος άντρας. Άνετος, μέσα στη χλίδα του, με χυδαίο βλέμμα. Μετά τις τυπικές συστάσεις, λες και πήγαμε για καφέ ή κουβεντολόι, προτείνει να κατέβουμε κάτω να ξεκουραστούμε, ώσπου να φτάσουμε σε κάποιο μικρό νησάκι του Σαρωνικού.

Όταν σταμάτησαν οι μηχανές και ακούσαμε τον χαρακτηριστικό θόρυβο της άγκυρας, βγήκαμε στο εξωτερικό σαλόνι σαν Σαλώμη επί δύο. Δήθεν ζεσταινόμαστε, αραιώνουμε τα ρούχα από πάνω μας και, τελικά, μένουμε με τα μαγιό. Μου κάνει νόημα ο μικρός να βγάλω και το από πάνω μέρος του μπικίνι. Ακριβοπληρωμένο το στήθος μου, έτοιμο προς θέαση. Ανέβηκε τη σκάλα που ήταν μέσα στη θάλασσα μια μελαχρινή γυναίκα γύρω στα 35, πανέμορφη, βρεγμένη. Η πρώτη χαζή μου σκέψη: με τέτοια γυναίκα πώς είναι δυνατόν να θέλει να πηδήξει κάτι άλλο; Δεν ήθελε να πηδήξει. Να παίρνει μάτι να γαμάνε τη γυναίκα του ήθελε ο φίλος μας. Άλλο που δεν ήθελε το αγορι μου. Ένας φαλλός, γλυπτό σκέτο, ξεπετάχτηκε και την πήρε εκεί μπροστά σε μας. Χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. Ούτε καν μια σκέψη το πώς θα μπορούσα να αντιδράσω. Κακώς. Βούτηξα στη θάλασσα. Μυξοπαρθένα δεν υπήρξα, αλλά τέτοια ωμότητα με αναγούλιασε. Κι ένα μικρό τσίμπημα ζήλιας.

Το νερό με συνέφερε. Ανέβηκα πάνω και έπαιρνα μάτι, αφού φόρεσα τα γυαλιά μου, πότε τα δύο υπέροχα κορμιά να καίγονται από καύλα και πότε το άδειο μάτι του συζύγου. Κανένας σπασμός. Ούτε πάνω, ούτε κάτω. Το είχε συνηθίσει και αυτό το τερτίπι. Προσπαθούσε απελπισμένα να αυτοικανοποιηθεί. Μάταια. Τέλειωσε ο μικρός πάνω στη χρυσαφένια κοιλιά της καλονής και άρχισε τα χαϊδολογήματα με μένα. Εκεί ερεθίστηκε ο οικοδεσπότης. Τελείωσε αφύσικα, άνευρα, μονότονα, χωρίς ούτε έναν μικρό αναστεναγμό. Το βράδυ βγήκαμε στο νησί για φαγητό. Όλα πληρωμένα, όπως μου υποσχέθηκε ο άλλος. Σαν μια καλή παρέα φίλων. Αστεία, πειράγματα, φλερτ , κρασί και θάλασσα. Όταν γυρίσαμε στο “δωμάτιό” μας, μου έκανε έναν έρωτα που δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα είχε την ψυχή να κάνει. Τρυφερός, γλυκομίλητος, παιδί. Έφυγε η μάσκα, είδα αυτό το πλάσμα που γνώρισα πριν από τρεις μέρες στην γκαλερί. Δεν άφησε το χέρι μου όλη τη νύχτα που κοιμόταν σαν μωρό δίπλα μου. Τον κρατούσα αγκαλιά και τον χάζευα. Πόσο όμορφος. Πόσο αθώος, με κλειστά τα μάτια και χαλαρά τα χείλη. Άραγε, τις ίδιες σκέψεις έκαναν δίπλα μου οι άνθρωποι που έβαλα στη ζωή μου; Λίγο αργά, αλλά κατανόησα πολλές συμπεριφορές όσο σκεφτόμουν αρμονικές αγκαλιές σε διάφορα σημεία της Ελλάδας, μέχρι να με πάρει και μένα στην αγκαλιά του ο Μορφέας. Το επόμενο πρωί με περίμεναν εκπλήξεις, που ούτε ένα σκάφος στη μέση του Αιγαίου δεν μπορούσε να τις “καμουφλάρει”. Γι’ αυτό λατρεύω τη ζωή. Είναι γεμάτη εκπλήξεις…

Advertisements