image
Αρχές της δεκαετίας του ’90 κι αρχές του δικού μου δρόμου προς την ενηλικίωση. Επιτέλους τα μεγαλύτερα αδέλφια/ξαδέλφια με «παίρνουν μαζί τους» όταν βγαίνουν. Ξεφεύγω από την καφετέρια ή την πάμπ της συνοικίας μου και βλέπω το κέντρο της Αθήνας την νύχτα, τα γνωστά κλαμπ, τα ξενυχτάδικα, τις καντίνες για το γνωστό «σάντουιτς του χανγκόβερ»… Τα τραβεστί? Δεν έχεις δει τα τραβεστί στη Συγγρού? Ααα, χάνεις, να περάσουμε ένα βράδυ γυρνώντας να τα δεις!

Δεν πολυκατάλαβα για ποιο λόγο ήταν αξιοθέατο και μάλιστα αστείο, αλλά δεν ήθελα να φανώ η ξενέρωτη αφού ήταν μέρος της βραδινής διασκέδασης των «μεγάλων». Τό ‘ζησα λοιπόν κι αυτό. Άντρες ντυμένοι γυναίκες παρατεταγμένοι κατά μήκος του πεζοδρομίου κι αυτοκίνητα που περνούν από μπροστά τους, κόβωντας ταχύτητα για να τους περιεργαστούν και να τους χλευάσουν. Αδυνατούσα να κατανοήσω, πώς θεωρούσαν απίστευτα αστείο να κατεβάζουν το παράθυρο και να φωνάζουν «Βαγγέλααα!!! Τα λέμε το πρωί στην οικοδομή, ΟΚ?» κι άλλα τέτοια «αστειάκια», ενώ παράλληλα σχολιάζουν εμφανίσεις και ντυσίματα. Όλοι γελούσαν, κι εγώ ένιωθα σαν να βασανίζουμε κουταβάκια για πλάκα. Το μόνο που κατάφερα να ξεστομίσω ήταν «άλλη φορά πρώτα θα με αφήνετε σπίτι και μετά θα περνάτε από ‘δω να γελάσετε», για ν’ ακούσω την πανάσχετη απάντηση: «Φοβάσαι τα τραβεστί, ρε;».

Ήταν μία από τις – δυστυχώς άπειρες που ακολούθησαν – φορές στη ζωή μου που ένιωθα σαν από άλλο πλανήτη, όταν ερχόμενουν αντιμέτωπη με το πόσο σκληρό και βάρβαρο ζώο είναι ο άνθρωπος. Συμπεριλαμβανομένων και τον πλέον κοντινών κι αγαπημένων, οι οποίοι δεν αντηλήφθηκαν καν τον λόγο που δεν θέλησα να το ξαναζήσω αυτό, νομίζοντας πως σοκαρίστηκα από πουριτανισμό για το όλο νταραβέρι της εκπόρνευσης, ή φοβήθηκα «μη φάμε ξύλο». Ναι, βέβαια, ένιωθαν και γενναίοι μ’ αυτό που έκαναν επειδή έλεγαν πως ρισκάρεις να σε πλακώσουν. Όσο κι αν με απογοήτευσαν, παρηγορήθηκα τουλάχιστον με το γεγονός ότι οι «δικοί μου» δεν τους πετούσαν και διάφορα επικίνδυνα αντικείμενα. Κάτι ήταν κι αυτό.

Τέλη της δεκαετίας του ’90 κι εγώ πια εργαζόμενη αυτόνομη κοπέλα, ακόμη πιτσιρίκα όμως. Η περιοχή του Ψυρρή ίσα που αρχίζει να γίνεται κάπως γνωστή, λόγω των πρώτων θεάτρων που εμφανίζονταν σιγά σιγά πέριξ του παλαιοτέρου «Αποθήκη», καμία σχέση όμως με το πως την γνωρίσαμε αργότερα. Έτσι ένα βράδυ για επαγγελματικούς λόγους βρίσκομαι στην περιοχή, κι όταν χρειάζεται να φύγω, παρατηρώ πως σε τόσο περασμένη ώρα, δεν είναι και τόσο φρόνιμο να περιφέρομαι εκεί, όσο έδειχνε την ώρα που πήγα. Ήμουν με τα πόδια, είχα πάει ως εκεί από το σταθμό του Θησείου νωρίτερα και με παρέα. Τώρα ήμουν μόνη, ήταν μαύρη νύχτα, ερημιά, άγνωστα δρομάκια που περιπλέκονταν μεταξύ τους… συνειδητοποιώ ότι όχι απλώς δεν πλησιάζω προς τον σταθμό, αλλά ή κάνω κύκλους ή απομακρύνομαι… κάτι πάντως δεν πάει καθόλου καλά, και η ώρα περνάει ανησυχητικά. Κινητό δεν είχα ακόμη, λίγοι είχαν.

Ακούω κάτι αντρικές φωνές να πλησιάζουν. Μόλις με βλέπουν κοντοστέκονται, κάτι λένε μεταξύ τους κι αρχίζουν να πλησιάζουν προς το μέρος μου με πιο γρήγορο βήμα, 2-3 ήταν. Αν και μου κόπηκαν τα πόδια από το φόβο, επιταχύνω κι εγώ και προσπαθώ να στρίψω κάπου να με χάσουν. Χανόμουν κι εγώ όμως, δεν είχα ιδέα που ήμουν, που πήγαινα, κι εξακολούθουσα ν’ ακούω τις ομιλίες τους αρκετά κοντά, τόσο ώστε να διακρίνω φράσεις όπως «που πήγε ρε μαλάκα?» και να τρέμω ακόμα περισσότερο. Προσευχόμουν να βρω έναν άνθρωπο, γιατί τόση ώρα δεν υπήρχε ούτε αδέσποτο γατί τριγύρω.

Την είδα να στέκεται σε μία γωνία, στο πεζοδρόμιο. Έτρεξα γρήγορα κοντά της. Ημίφως, αλλά εμφανώς τραβεστί. Ημίφως, αλλά εμφανώς ένα βλαμμένο με αλογοουρίτσα στου Ψυρρή νυχτιάτικο. Κοιταχτήκαμε.

– Εεε… γεια… εεε… μήπως ξέρεις πως μπορώ να πάω στο σταθμό του Θησείου?
– (κιχ… μόνο διερευνητικό έντονο κοίταγμα)
– Ξέρω, δεν έχει τραίνο τέτοια ώρα, αλλά έχει ταξί εκεί… (αλήθεια σου λέω, δεν σε περιεργάζομαι)
– (ακόμα κιχ, όμως μαλακώνει λίγο το βλέμμα και γίνεται από «τι διάολο θέλει, να δει πως είμαι κοντά?» σε «λες όντως να θέλει απλά οδηγίες?»)
– Συγνώμη που σ’ ενοχλώ, αλλά έχω χαθεί και… (είμαι στο τσακ να βάλω τα κλάμματα, χρειάζομαι τη βοήθειά σου)
– Θα πας από δω, θα στρίψεις εκεί, μετά θα μπλα μπλα μπλα (σα χαζό με κοιτάει, αυτό κοντεύει να τα κάνει πάνω του, ανάθεμα κι αν καταλαβαίνει τι λέω)
– Πως είπες? Πρώτα έτσι και μετά αλλιώς, και μετά… (πως θα το κάνω εγώ όλο αυτό, που δεν τό ‘χω καταλάβει κιόλας καλά-καλά, ΜΟΝΗ ΜΟΥ???)
Παύση. Αλληλοκοίταγμα.
– Θες να σε πάω? (τι να κάνω που το λυπάμαι τώρα…)
– ΑΛΗΘΕΙΑ? ΜΠΟΡΕΙΣ? (τώρα θα βάλω τα κλάμματα από τη χαρά μου, όχι από φόβο κι απελπισία)
– Άντε, έλα, πάμε…

Προχωράμε αμίλητες. Πέφτουμε σχεδόν πάνω στους τύπους που με «κυνηγούσαν» πριν. Ασυναίσθητα απλώνω και της πιάνω το χέρι. Ξαφνιάζεται, αλλά δεν το παίρνει. Καταλαβαίνει το τρέμουλό μου και μου το σφίγγει σαν να μου λέει «μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ», και ηρεμώ αυτόματα. Οι τζάμπα-μάγκες μας κοιτούν καλά-καλά όταν διασταυρώθηκαν οι «δρόμοι» μας και προσπερνούν χωρίς κουβέντα. Συνεχίσαμε ανενόχλητες, εξακολουθήσαμε να παραμένουμε αμίλητες, αλλά… το χεράκι-χεράκι το κρατήσαμε.

Άρχισα ν’ αναγνωρίζω που βρίσκομαι, φαινόταν πια κι ο σταθμός κι η πιάτσα με τα ταξί.
– Εδώ καλά?
– Παραπάνω κι από καλά… Δεν ξέρω πως να σ’ ευχαριστήσω…
– Να προσέχεις. Δεν είναι μέρη για σένα αυτά τέτοια ώρα.
– Ναι, το ξέρω, απλά γύρναγα από δουλειά και…
– Γειά τώρα, τ’ άλλα άντε πέστα στις φιλενάδες σου!
(δήθεν αυστηρά, αλλά κρυφοχαμογελούσε)
– Γειά! Χίλια ευχαριστώ και πάλι.

Εκείνη τη στιγμή, ήθελα να δώσω μια απάντηση κι ας ήταν αρκετά χρόνια καθυστερημένη.

«Όχι, ρε, δε φοβάμαι τα τραβεστί. Εσάς φοβάμαι.»

Αφιερωμένο από τη Φαίδρα, στην Άννα.
Στην κάθε Άννα, που αν και κρατούσε φοβισμένη έναν φοίνικα στη Συγγρού όταν της πετούσαν σπασμένα γυαλιά, δεν δίστασε να κρατήσει το φοβισμένο χέρι αυτού που της «τα πετούσε».

Advertisements