ΩΡΑΙΟΣ ΑΝΤΡΑΣhttp://www.protagon.gr/?i=protagon.el.sex&id=23161
Ήταν ομολογουμένως μια πάρα πολύ ωραία και πετυχημένη έκθεση ζωγραφικής. Τέλη καλοκαιριού, σε μια γκαλερί, κάπου στο Κολωνάκι. Γνώριζα προσωπικά τον νέο ζωγράφο και ήθελα να βρίσκομαι στα εγκαίνια. Πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις προσέχω τι θα φορέσω, όπως όλες οι γυναίκες φαντάζομαι. Εγώ έχω ένα μεγαλύτερο δίλημμα. Να πακετάρω αυτό που είμαι και να το επιδείξω ή να κρύψω την ετικέτα που μου έχουν φορέσει για να μη χαλάσω την αισθητική τους; Συνήθως επιλέγω την πρώτη εκδοχή. Διασκεδάζω να βλέπω μποτοξαρισμένα χαμόγελα να τσαλακώνονται, αντρικά ή γυναικεία. Χωρούσα παντού πια. Απ’ τα αλώνια στα σαλόνια. Μου άρεσε αυτό το πήγαινε-έλα. Ένα σίγμα δρόμος… στην τελική. Άλλοτε μακρύς, άλλοτε σύντομος, σημασία έχει ότι τον περπατώ συχνά-πυκνά.

Περιφερόμουν απο πίνακα σε πίνακα με όχι και τόσο ενδιαφέρον μια και τα είχα δει τα έργα στο σπίτι του καλλιτέχνη. Ένα κίτρινο σατέν φόρεμα έκανε αντίθεση με το έντονο μαύρισμα. Ένα ποτήρι κρασί στο ένα χέρι και στο άλλο η μικροσκοπική μου Chanel. Δεν τον είδα. Τον αισθάνθηκα. Με ξύπνησε ένα απαλό, αντρικό άρωμα. Τόσο-όσο! Ήρθε και στάθηκε δίπλα μου με τον αέρα του βασιλιά, του κατακτητή. Μ’ ένα κρασί κι αυτός στο χέρι σχεδόν ανέγγιχτο και το άλλο στην τσέπη, σαν αριστοκράτης από άλλη εποχή. Τον κοιτούσε λιγωμένα μια κυρία δίπλα μου και σίγουρα θα σκεφτόταν «μα, τι αρχοντόπαιδο!». Εμένα άλλη λέξη μου ήρθε μόλις γύρισα προς τη μεριά του.

«Τι τσόλαρος είναι αυτός; Τι δουλειά έχει εδώ μέσα;».

Καστανόξανθος, με δυο μάτια ίδια φουρτουνιασμένη θάλασσα που στην άκρη τους σκάει το κύμα. Γαλανή κορδέλα γύρω απ’ το βαθύ μπλέ. Ωραίο παράστημα. Αν δεν ήμουν πνεύμα αντιλογίας ακόμη και στον ίδιο μου τον εαυτό, το ίδιο θα σκεφτόμουν με την άλλη γυναίκα «τι αρχοντόπαιδο!». Λευκό πουκάμισο και μαύρο σακκάκι. Σαν άγγελος με λάθος ρούχα, σε λάθος θέση. Τον είχε πάρει το μάτι μου -αλίμονο- να περιφέρεται με μια παρέα εφοπλιστών ή κάτι παρόμοιο. Το χρήμα δεν κρύβεται. Και ένας γνωστός μεγαλοδικηγόρος στην παρέα τους. Μου προτάσει το χέρι του.

«Άγγελος», μου λέει. Αν δεν φορούσα τακούνια θα είχαν λυγίσει τα γόνατα. Με αυτά γεννήθηκα, σαν προέκταση των ποδιών μου.

Πώς κραυγάζει η σιγουριά κάποιων αντρών. Σαν να ξεκινάει απ’ το στομάχι και καταλήγει σε κάθε νευρική απόληξη. Κι ο αέρας, bon viveur από άλλη εποχή.

«Μόνη; Εσείς;». Σιγά μην ανταπέδιδα το κομπλιμέντο. Εδώ ξεκινούσε ένας πόλεμος κυριαρχίας.
«Α, όχι πληθυντικό. Όχι, είμαι με μεγάλη παρέα αλλά βαριέμαι αφόρητα. Μόλις ήρθαμε απο Μύκονο με το σκάφος, ήδη τους έχω βαρεθεί».

Πώς να μη γυαλίσει το μάτι;
Με ρώτησε αν μου άρεσε ο πίνακας που κοιτούσαμε. Ένα γυναικείο πρόσωπο με λίγο σκληρά χαρακτηριστικά, γερμένο ελαφρώς στο πλάι, με κλειστά μάτια. Δυο αντρικά χέρια από πίσω ίσα που ακουμπούσαν το πρόσωπο.

«Πιστεύεις ότι την καθοδηγεί; Την προστατεύει, τη σπρώχνει;». Και φιλότεχνο το τεκνό. «Πάμε κάπου αλλού; Πεινάω σαν λύκος».
-Και δεν πάμε; Την υποχρέωση την είχα βγάλει.

Με πήγε σε ένα πανάκριβο εστιατόριο με μια συμπεριφορά γνήσιου τζέντλεμαν, σαν να γεννήθηκε μ’ αυτό. Ο ηλεκτρισμός από την γκαλερί δεν μας εγκατέλειψε ούτε μια στιγμή. Τάχα μου τυχαία αγγίγματα, χαμόγελα γοητείας, ματιές μέσα απο κρυστάλινα ποτήρια. Ενα παιχνίδι έρωτα και εξουσίας πανάρχαιο. Μιλούσε με μια απλότητα για την πολυτελή και ενδιαφέρουσα ζωή του και άκουγα σχεδόν μαγεμένη πιο πολύ τη χροιά της φωνής του. Στιβαρή, βραχνή. Αυτή η υποβόσκουσα βραχνάδα λίγο πριν από τον βήχα.

Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό με ρωτάει: «Με τι ασχολείσαι;».
-Με όλα και τίποτα. Αρχόσχολη, όχι από επιθυμία.

Την είδα τη σπίθα στο μπλε. Φουρτούνιασε κι άλλο, περιπαιχτικά.
«Εσύ;», ρώτησα. «Φαντάζομαι κι εσύ αρχόσχολος… από επιλογή».

Μειδίασε μ’ εκείνο τα πετροκέρασα χείλη και μου είπε: «Όχι, κουκλίτσα μου. Την ίδια δουλειά κάνουμε. Αρσενική πουτάνα είμαι…».

Η πορεία δυο ανθρώπων, φαινομενικά από διαφορετικούς κόσμους, βρίσκονται σε κρεβάτια ξενοδοχείων, σουιτών, σκαφών… Την επόμενη Δευτέρα.

Advertisements