188886_223310994477828_1055917969_nhttp://www.protagon.gr/?i=protagon.el.sex&id=22988
Είναι μέρες τώρα που με περιτριγυρίζει. Ένα επίμονο βουητό στ αυτιά μου, μπάς και του δώσω προσοχή. Το αγνοούσα, αν και ψυλλιαζόμουν.

Όποιο ντουλάπι και να άνοιγα μπροστά μου. Το ίδιο και στα συρτάρια. Πριν πέσω για ύπνο λίγο πιο έντονο και -τι περίεργο- κάθε πρωί, με το που άνοιγα τα μάτια. Όταν δε, περνούσα από καθρέφτη, επιδεικτικά δεν κοιτούσα. Κάτι κλεφτές ματιές έριχνα και τσουπ… πεταγόταν απ’ το πουθενά. Μια λάμψη την έβλεπα, μα τον αγνοούσα και πάλι. Η επιμονή του, όμως, δεν περιγράφεται.

Στρώθηκα, λοιπόν, ένα απόβραδο στην πολυθρόνα μου, άπλωσα το χέρι μου και θρονιάστηκε στην παλάμη μου.
Μια σταλιά είναι ο άτιμος. Σταμάτησε να πεταρίζει τα φτερά του, με κοιτούσε περιπαικτικά και τα χέρια κολλημένα στη φαρέτρα του.

-Πρόσεξε πού θα στοχεύσεις, του είπα. Θέλω κατευθείαν κέντρο. Τα βαρέθηκα τα γύρω-γύρω. Πολύ ακριβοθώρητος έχεις γίνει. Τι τερτίπια είναι αυτά; Γιατί αφήνεις τόσες ψυχές στο έλεός τους; Ένα βέλος είναι. Τι αξία έχει, στην τελική, για σένα;

Τα υπέροχα, μπλε μάτια του γούρλωσαν. Το ρόζ στα μάγουλα έγινε κόκκινο της φωτιάς σε όλο το πρόσωπο. Έσβησε το μειδίαμα. Θύμωσε.
-Πόσο θράσσος έχεις, ρε κοπελιά; Τι είναι αυτά που μου λες; Πόσες φορές με έχεις αναθεματίσει;
-Ναι, αλλά και πόσες σε έχω μνημονεύσει! Και το ξέρεις, γι’ αυτό με γυροφέρνεις τον τελευταίο καιρό.
-Πλανάσαι. Μην γίνεσαι ανόητη, είναι άνοιξη.
-Παραδέξου το καλό μου, είμαι η ιέρειά σου. Όταν χτυπήσεις κατάστηθα ξέρεις πόσο πιστά σε υπηρετώ. Όσο και να σε σιχτυρίζω, χωρίς εσένα είμαι άδεια.
-Πας γυρεύοντας, Αννούλα. Πόσο νομίζεις μπορείς να αντέξεις ακόμη;
-Μα, είδες εκείνο το χαμόγελο; Πώς να αντισταθείς;
-Κι όποιος σου χαμογελάει, φωνάζεις εμένα;
-Σταμάτα, βλάκα, να μου πηγαίνεις κόντρα. Πότε σε κάλεσε κάποιος; Απρόσκλητος είσαι πάντα. Χώνεσαι σε μάτια και χαμόγελα -καλή ώρα- και μετά περιφέρεσαι και θαυμάζεις το έργο σου. Τώρα θα σε μάθω; Κι αν αφήνεις πολλές φορές αίμα στην αποχώρησή σου, είναι για την τιμή των όπλων. Μη σε περάσουν για εύκολο θύμα. Λές και δεν ξέρουν τη δύναμή σου. Απο σένα ξεκινούν όλα και με σένα τελειώνουν.
-Ένα χαμόγελο, ε;
-Ααα, δεν έχεις ιδέα. Στάζει μέλι. Μα, τι σου λέω. Αφού εσύ μου το έστειλες απ’ το πουθενά, όπως πάντα.
-Πες μου ότι θα αφεθείς για ένα χαμόγελο, μόνο! Δεν ξέρεις τι σε περιμένει στη γωνία; Αυτές οι σκύλες. Η Απογοήτευση, η Προδοσία, η Πληγή.
-Ω, τους γυρίζω την πλάτη. Όταν έρθει η ώρα τους, θα τις αντιμετωπίσω κι αυτές. Ίσως και να τις απολαύσω. Πότε στάθηκαν εμπόδιο για να συμβεί και τώρα;
-Μα, τώρα, άλλαξαν οι άνθρωποι, οι καταστάσεις…
-Μη βγάζεις την ουρά σου απέξω, φταις κι εσύ γι αυτό. Πού πήγαν, μωρέ, τα χτυποκάρδια που πρόσφερες απλόχερα; Τι είναι αυτό που είδες και αρνείσαι να δώσεις ομορφιά, τσιγκούνη; Σε λάθος σημείο σημαδεύεις, στο έχω ξαναπεί. ΟΧΙ κάτω απ’ τον καβάλο. Πιο πάνω, στο κέντρο. Εκεί που κρυφακούς μια αιωνιότητα. Χμμμ… Δεν απαντάς, ε;
-Ένα χαμόγελο, ε;
-Ξεκόλα, σαν παιδάκι κάνεις. Αυτό το χαμόγελο εσύ το έβαλες μπροστά μου, γιατί ήξερες πόσο ανάγκη το είχα. Μετά πήγα στα μάτια. Ψέματα, στον τρόπο που κοιτούσαν τα μάτια. Στο σκούρο καφέ, σχεδόν μαύρο, που με πήρε στη δίνη του. Κι εσύ, μουσίτσα, έσπρωχνες σιγά-σιγά. Κι ήρθε το φιλί, σαν πετάρισμα. Σαν το κολυμπρί, ακούραστο. Απαλό, μη με πονέσει. Μα, εγώ δάγκωσα, ρούφηξα, έκανε διαδρομές η γλώσσα μου σε χείλη κόκκινα απο φρεσκάδα, σε βουνά και χαράδρες σε μικρογραφία. Και τι ταίριασμα! Δεν θα σου πω περισσότερα, θα ζηλέψεις.
-Στο λέω, θα πληγωθείς…
-Σκασίλα μου. Να σου πω και κάτι, μεταξύ μας; Εκείνο τον υπέροχο στίχο, για το ταξίδι και την Ιθάκη, εσύ δεν τον έβαλες στο μυαλό του ποιητή; Μην πεις όχι. Αλλά κι έτσι να μην είναι, έχω αρπαχτεί απο κει και, πίστεψέ με, δεν βγήκα χαμένη. Άλλωστε, εσύ το ξέρεις καλύτερα απ’ όλους. Άντε, κάνε τη βόλτα σου τώρα. Πήγαινε να βρεις στόχους, έστω και παράταιρους, εκεί είναι η μαγεία σου. Κουράστηκε το χέρι μου. Εγώ πάω στο χαμόγελο….

Έλαμψε το μικρό τερατάκι. Μου έκανε τον δικηγόρο του διαβόλου τόση ώρα για να ξαναδεί τη δύναμή του. Δε λέω, με έβαλε σε σκέψεις. Αλλά μ’ αρέσει ν’ ακούω -τώρα, τελευταία- να μου λένε οι γύρω μου, «ομόρφυνες, λάμπεις, κάτι έκανες, μποτοξάκι;».
Όχι, απαντώ μ’ ενα μυστήριο στο βλέμμα, μπαίνοντας σε έναν ανταγωνισμό, το δικό μου χαμόγελο να φανεί αντάξιο με το δικό του.
Εκεί που λυγίζουν τα γόνατά μου είναι όταν ακούω το πνιχτό, περιπαιχτικό γελάκι σου στ’ αυτί μου, όπου κι αν βρίσκομαι…

ένα άρθρο των πρωταγωνιστών

Advertisements