http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.sex&id=22541
prison3
Είχε πιαστεί το κορμί μου τόσες ώρες στην πολυθρόνα και πήγα να ξαπλώσω σε κάποιο δωμάτιο. Καθαρά τα σεντόνια, καινούριο μαγαζί, επιτέλους δικό μου και η πελατεία ελάχιστη. Ήθελε το χρόνο του. Χειμώνας, το air condition στο φουλ και με ένα τσιγάρο στο χέρι άκουγα τη μουσική της αρεσκείας μου και, επιτέλους, έκανα όνειρα για τη ζωή μου.

«Όπου να ‘ναι σταματάς, επιτέλους, αυτή τη δουλειά».
Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, από τον ζεστό αέρα, χτύπησε το κουδούνι. Ένα νέο παιδί ρώτησε τη γνωστή ερώτηση, αφού με περιεργάστηκε. Με λίγο παραπάνω, τάχα μου, σκέψη, είπε «ναι» και έβγαλε να πληρώσει. Μόλις άπλωσε το χέρι η υπηρεσία να πάρει τα χρήματα, έβγαλε την αστυνομική του ταυτότητα, άλλαξε άρδην η έκφρασή του και λέει: «Ασφάλεια. Τα χαρτιά σου, κοπελιά». Αυτός ο ενικός της απαξίωσης, της εξουσίας. Έντιμο και πονηρό αυτό που κάνουν. Πρέπει να σε πιάσουν επ’ αυτοφώρω. Αφού είδε πως το βιβλιάριο υγείας μου ήταν καθαρό και η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος – κοινώς, το «δήλωμα» – επικυρωνένη, μου ζητά την άδεια εγκατάστασης. Δεν κρατήθηκα.

«Δουλευόμαστε, βρε αγόρι μου; Αφού κανένα μπουρδέλο δεν έχει άδεια εγκατάστασης, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων».
Ούτε που μου έδωσε σημασία. «Ντύσου και πάμε στην Ασφάλεια και το πρωί δικαστήριο». Λες και δεν ήξερα τη διαδικασία.

Το 1999 ψηφίστηκε ένα νομοσχέδιο που στη φράση, «εκδιδόμενη γυναίκα», αντικατέστησαν τη δεύτερη λέξη με τη λέξη «πρόσωπο». Ο καθένας λοιπόν, αφού το επιθυμεί, μπορεί να χαρακτηριστεί ως εκδιδόμενο πρόσωπο, έχοντας στα χέρια του ένα βιβλιάριο υγείας και ένα χαρτί απ’ την εκάστοτε Νομαρχία, ως «άδεια ασκήσεως επαγγέλματος». Αυτό υποχρεώνει το πρόσωπο να πηγαίνει κάθε 15 μέρες σε συγκεκριμένη υγειονομική υπηρεσία, προς εξέταση. Είναι αυτονόητο, πως όσες πέφτουν στα χέρια της αστυνομίας στις συχνές επιδρομές, χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα, περνούν αυτόφωρη διαδικασία και καταδικάζονται. Υπάρχει όμως και μια παράγραφος, που αναιρεί όλα τα προηγούμενα. Οι οίκοι ανοχής είναι παράνομοι, γιατί ο νόμος λέει πως η έκδοση για «άδεια εγκατάστασης» έγκειται στον εκάστοτε Δήμο. Κανένας δήμος – για λόγους ψηφοθηρικούς, εννοείται – δεν δέχεται στην περιοχή του να λειτουργήσουν νόμιμοι οίκοι ανοχής. Εκτός κάποιων, πολύ λίγων εξαιρέσεων, στον Δήμο Αθηναίων. Μετρημένοι στα δάχτυλα. Κι εκεί αρχίζει ο κυκεώνας, η ταλαιπωρία και η καταπάτηση της αξιοπρέπειας. Πέρασα πολλά αυτόφωρα γι’ αυτό το λόγο στη ζωή μου. Πάνω από εκατό. Δικαιούμαι να μιλάω, λοιπόν. Με τον παλιό νόμο, καταδικαζόμουν. Τα πρόστιμα, τεράστια. Μια περιουσία έχω πληρώσει. Με τον καινούριο αθωωνόμουν, αλλά έπρεπε να περάσω όλη αυτή την ταλαιπωρία και τον εξευτελισμό των κρατητηρίων και της διαπόμπευσης – που πολλοί τη φλερτάρουν αυτές τις μέρες – ούσα καθαρή και με τα απαραίτητα χαρτιά. Δεν είχε άδεια το μαγαζί όμως. Ένα κενό του νόμου, που αποφέρει πολύ χρήμα στο κράτος και στους δικηγόρους.

Στο περιπολικό, λοιπόν, και κατευθείαν στο αστυνομικό τμήμα. Μια τυπική εξακρίβωση στοιχείων, χλευασμός και στα κρατητήρια. Όπως είπα, ήταν χειμώνας. Με έβαλαν σε ένα υπόγειο κελί με δύο Ρουμάνες. Δύο κουβέρτες πολύχρωμες, που βλέπουμε στα παζάρια, σκέπαζαν τα παγωμένα κορμιά τους. Από κάτω… τσιμέντο. Είχα μάθει, πια. Δεν υπήρχε λόγος να διαμαρτυρηθώ. Δεν υπήρχα, πια, γι’ αυτούς. Και κάθε φορά, σκεφτόμουν: ”Θεέ μου, πώς θα βάλω αυτές τις κουβέρτες πάνω μου, στα ρούχα μου, είναι γεμάτες βρώμα, μυρωδιά κάτουρου και, ενίοτε, σπίτι για ψείρες».

Έξω απ’ τα κελιά ένας μακρύς διάδρομος που περιφέρονταν άντρες διαφόρων εθνικοτήτων – ποιός ξέρει πόσους μήνες εκεί μέσα. Με πλησίασε ένας Αλβανός με τα κάγκελα ανάμεσα μας και προσφέρθηκε, αν ήθελα, να μου φέρει κάποια κουβέρτα. Έκανε τόσο κρύο, τόση υγρασία! Φυσικά, του είπα «ναι». Την επόμενη στιγμή άκουσα κάτι τόσο εξωφρενικό και περίεργο.

“Αν σου φέρω κουβέρτα, θα μου δείξεις λίγο το βυζί σου; Έστω, για ένα δευτερόλεπτο. Είμαι δύο μήνες εδώ και περιμένω να με απελάσουν”.
Έμεινα κόκκαλο. Σοκαρίστητα με την ευθύτητα, την απόγνωση, το παράδοξο αλισβερίσι. Αυτόματα, είπα «όχι». Πουτάνα ήμουν μόνο στο μπουρδέλο. Έφυγε χωρίς να δείξει καμία ενόχληση. Ήξερε. Μετά από καμιά ώρα είχα παγώσει, πια. Όρθια δεν μπορούσα, φορούσα τακούνια. Να καθίσω κάτω, αδύνατον. Πάγος το τσιμέντο. Του έκανα νόημα με το δάχτυλο να πλησιάσει. Ξεκούμπωσα το μπουφάν, κατέβασα λίγο το πουλόβερ, φάνηκε το μαύρο σουτιέν, η άκρη του, η δαντέλα, ενώ ήχησε – στην ησυχία – της νύχτας ένας υπόκωφος αναστεναγμός. Εκείνο το βλέμμα το έχω μπροστά μου. Μόλις άρχισε να διαγράφεται η καμπύλη, κατέβασα το σουτιέν και βγήκε στην παγωνιά μια μαζεμένη ρόγα, μικροσκοπική, απ’ το κρύο. Δεν άντεξε άλλο. Πήγε κατευθείαν στην τουαλέτα. Μετά δέκα λεπτά, είχα δύο “πολύτιμες” κουβέρτες στην κατοχή μου.

Κι όμως, κοιμήθηκα, έστω και δυο-τρεις ώρες, με το πρώτο φως της ημέρας, στην Ασφάλεια. Φωτογραφίες και μετά σε μια τεράστια αίθουσα, στον έβδομο όροφο, γεμάτο αλλοδαπούς. Η μυρωδιά, μου έφερε λιποθυμία. Κάθισα στον διάδρομο αφού τους παρακάλεσα. Χειροπέδες, σαν τους εγκληματίες και με μια κλούβα – πόσο τις έχω σιχαθεί – στα δικαστήρια. Βορά στον κάθε ηδονοβλεψία, στην κατάντια των ανθρώπων. Μες στο ψιλόβροχο. Ένας νεαρός αστυνομικός, μου άνοιξε ομπρέλα. Πρέπει να ήταν τεράστια η έκπληξή στα μάτια μου και, απλά, μου χαμογέλασε. Μετά το μεσημέρι μια έδρα από τρία ανδρείκελα που ούτε καν γύρισαν να με κοιτάξουν – απλά διάβαζαν το κατηγορητήριο – και αθωώθηκα λόγω του κενού του νόμου που προανέφερα. Δεν πρόσεξαν πως τα μάτια μου ήταν άδεια. Πως το σώμα μου είχε καμπουριάσει. Πως το στήθος μου φούσκωνε με την ανάσα μου, επειδή ήθελε να ουρλιάξει

“Τι κάνετε, μωρέ; Δεν βλέπετε τι έχετε μπροστά σας; Γιατί είμαι εδώ; Εσείς με φέρατε. Ποια μάσκα φοράτε όταν φιλάτε τα παιδιά σας το βράδυ προτού τα βάλετε για ύπνο;”.
Ταξί και σπίτι. Σ’ άνα καυτό μπάνιο, να αφαιρέσει τη βρωμιά του δέρματος και όσο μπορεί ένα σκληρό σφουγγάρι να καθαρίσει μια ψυχή.
Πάνω από εκατό φορές. Για τον ίδιο λόγο. Με το ίδιο αποτέλεσμα. Φταίω εγώ, λοιπόν, όταν βλέπω περιπολικό, ακόμη και μέρα μεσημέρι, και νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι;

Advertisements