5Κάπως έτσι καταρρακώνονται τα συναισθήματα. Ξημερώματα Κυριακής. Κι έρχονται σύμμαχοι στη ρωγμή, τα μαύρα σύννεφα, ο λυσσασμένος άνεμος, η βροχή, αρχές του Δεκέμβρη. Τα τελευταία χρόνια μονολογώ συχνά την ίδια φράση. «Σε λάθος εποχή γεννήθηκα». Ψέμα.

Μια χαρά εποχή γεννήθηκα. Σε λάθος εποχή μεγαλώνω. Άλλαξαν μορφή, όλα σχεδόν. Δεν σε πλησιάζει κανείς πια, χωρίς να θέλει να αρπάξει κάτι απο σένα. Συνήθως οχι ανοιχτά. Θα ήταν πιο έντιμο.

Μονομάχος σε μια αρένα νιώθω. Κι όλο ανοίγουν τα συρταρωτά κάγκελα και ξεπετάγονται θηρία, με ούτε καν μια αλυδίδα στον λαιμό, έτσι για ξεκάρφωμα, για τα προσχήματα. Δεν υπάρχει κερκίδα να κραυγάζει. Είναι απροκάλυπτοι πια οι άνθρωποι.

Οι φίλοι μου. Πού είναι οι φίλοι μου; Τι ΔΕΝ έδωσα και μου έφυγαν; Κι αυτοί που στέκονται δίπλα μου, τι απέμεινε να πάρουν; Μεγάλη πληγή η αγνωμοσύνη. Σταθερή αξία αυτοί που πατούν επι πτωμάτων, για να πετύχουν κάτι στη ζωή τους, αδιαφορώντας για τις παράπλευρες απώλειες.

Πού έκανα λάθος; Μήπως φταίω μόνο εγώ;

Δίνω, δίνω, δίνω. Καυχιόμουν πάντα οτι δεν υπάρχει παρόμοια αίσθηση πληρότητας, όταν δίνεις.

Το φαρμάκι της αμφιβολίας αρχίζει και κυλάει στις φλέβες μου και μου παγώνει το αίμα. Τι δίνω; Πού δίνω; Την ψυχή μου ρε φίλε. Κομμάτι-κομμάτι. Και ζητούν. Πώς να αρνηθείς; Πώς να κοιμηθώ ήσυχη αν δεν δω μάτια να γαληνεύουν μετά τη φουρτούνα τους; Όταν με βρέχουν τα κύματα τους;

Πώς κοιμούνται αυτοί ήρεμοι; Με χάπια. Με ναρκωτικά.

Όχι δεν μπορεί όλοι να παίρνουν υπνωτικά. Εγώ δεν κάνω κάτι καλά. Το ψάχνω. Ανοίγω πληγή. Την ξύνω. Ματώνει. Στάζει. Είναι προτιμότερο όμως απο το οίδημα. Η φλεμονή σαπίζει, βρομάει. Μα δεν την μπορώ τη βρόμα. Προτιμώ πιότερο το αίμα. Βουλιάζω στη νοσταλγία μου.

Πού είναι οι φίλοι μου; Οι άνθρωποι που με πλησίαζαν για ενα μου μόνο χαμόγελο. Αφού το έβλεπα, τους έφτανε. Τι άλλαξε; Αυτό που αναδύεται γύρω μου, δεν μου αρέσει, με τρομάζει. Πρέπει κι εγώ ν αλλάξω;

Δεν θέλω.

Μα ματώνω.

Κλέβει η μάσκαρα και το μολύβι απο το βλέμμα μου πια. Χαροπαλεύει το κραγιόν να ξεπεράσει σε γοητεία το χαμόγελο μου. Το καταφέρνει.

Παραληρώ.

Θέλω να μιλήσω, να ουρλιάξω. Μα ποιά αυτιά θα με ακούσουν; Είναι βουλωμένα. Με μουσικές, με σειρήνες, με αυλές, με κόλακες, με βουλοκέρια.

Φωνάζω: Ξυπνήστε! Είναι ευφήμερο όλο αυτό. Μα ποιός ακούει; Χάνομαι σε λειβάδια που μαραίνεται το χαρτάρι σε κάθε πατημασιά μου. Έχει μαυρίσει η ψυχή μου. Σκίζω τις φλέβες μου να βγεί η τοξίνη, να παραμείνω στο όνειρο, στην ελπίδα. Σε πουλάν’, μ΄ ενα φιλί χειρότερο απ’ του Ιούδα. Εκείνο τουλάχιστον έμεινε στην ιστορία. Μοιράζω τη σκέψη μου να μαλακώσει το μυαλό μου. Μα θέλω να ουρλιάξω. Ξυπνήστε ρεεε! Εδώ είναι η ζωή, τώρα, μια στιγμή.

* Το βιβλίο της Άννας Κουρουπού «Γιατί δεν έχω σαν το δικό σου μαμά;» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός.

Advertisements