Τραβέλι. Είδε δυο – τρία στόματα να σιγοψιθυρίζουν αυτή την απαίσια λέξη. Ούτε καν τραβεστί.
Το μετάλλαξαν κι αυτό οι «ηθικοί», για να έχει μεγαλύτερη δόση το δηλητήριο.
Σε μια αίθουσα δικαστηρίου κάπου στην Ομόνοια, κατηγορούμενη για προσβολή της δημοσίας αιδούς.
Ούτε έβλεπε ποιος την καταδίκαζε πριν καν τη δικάσει. Μόνο αυτό άκουγε. Πονούσαν τα τύμπανα της από έναν ψίθυρο που γινόταν κραυγή στην ψυχή της. Κατάμαυρες κάργιες έκρωζαν, τσίριζαν με τεράστιες χοάνες στ’ αυτιά της μια τόσο… τοσοδούλα λεξούλα. Τραβέλι!
Κι ήθελε να φωνάξει και να ουρλιάξει «μα δεν βλέπετε; Ποιόν προσβάλω με την παρουσία μου; Ποιου μάτια ντρέπονται να με κοιτάξουν, αν δεν έχουν ντραπεί ήδη τα δικά του; Σε ποιόν ρε μαλάκα θα δώσω αναφορά επειδή φόρεσα μίνι φούστα και όχι παντελόνι; Γιατί, γι αυτό με δικάζεις! Που δεν την φόρεσα στο σπίτι μου, παρά βγήκα στο δρόμο!».
Μα δεν φώναξε. Δεν μπορούσε. Δεν της επιτρεπόταν. Ψιθύρισε μόνο «κάποιος να με προσέχει!».
Με παρόμοια φούστα και με ένα τακούνι, έτρεχε μια νύχτα με ασημένιο φεγγάρι, ανάμεσα σε πουρνάρια και χαλίκια στο βουνό, γδαρμένη, ματωμένη, σαν μούσα του Αλμοδοβάρ, να ξεφύγει από δυνατά πόδια που την κυνηγούσαν μ’ ένα στιλέτο στο χέρι, επειδή προτιμούσε τη γόβα από το σκαρπίνι.
Ανάμεσα σε κατάξανθες τούφες βρεγμένες από δάκρυα και σε τσαλακωμένα σεντόνια, όταν βρέθηκε στη φωλιά της, την ίδια σκέψη έκανε. «Κάποιος να με προσέχει!».
Παραδομένη σε ουσίες, αιχμάλωτη μιας ζωής που της προκαθόρισαν, παζάρευε ένα κορμί εικοσιπέντε χρόνων, να το νοικιάσει. Σε κάθε περαστικό. Σε κάθε καυλωμένο. Σε ένα πεζοδρόμιο. Σε μια γωνιά.
Να έρχεται σε σύγκρουση το μυαλό, η αλήθεια, με την παραμύθα της και να προσπαθεί να ξεγλιστρήσει – ίδιο φίδι – να βρει την άκρη στο μίτο της αξιοπρέπειας.
Και να μονολογεί στο μοναχικό δέντρο που είχε συντροφιά τόσα χρόνια σ’ εκείνη τη γωνία «κάποιος να με προσέχει;».
Είναι παιδί. Δεκαεφτά, όχι κλεισμένα. Κλαίει. Βλέπει μια ζωή μπροστά του που δεν την ονειρευόταν. Βάλλεται. Από παντού. Είναι θηλυκό. Αυτή είναι η αμαρτία του. Και το δείχνει. Και προκαλεί! Για να δείξει το δρόμο της αλήθειας.
Δεν του αρέσουν οι μάσκες. Και το πετροβολούν. Με λέξεις βρώμικες, που ξενίζουν τα αυτιά του, γιατί δεν νοιώθει έτσι. Εγκλωβίζεται. Ψάχνει φως, μονοπάτια. Και ζητάει απεγνωσμένα, κάποιον να το προσέχει.
Και βρίσκει μια μάνα – αγκαλιά. Και το προσέχει και το φυλάει. Και μπαίνει ασπίδα, σαν τους Λακεδαιμόνιους. Το αφήνει να ονειρευτεί.
Είναι γυναίκα πια. Όμορφη. Ποθητή. Κάθε θηλυκό το ξέρει αν είναι ή δεν είναι.
Τέσσερα ζευγαρωμένα πόδια σε μεγάλο κρεβάτι. Μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, λίγο πριν τον ύπνο. Έρωτας. Αγάπη. Σαν τα κεσεδάκια με το γιαούρτι. Σφραγίδα ψυχρή η ημερομηνία λήξης.
Μα βουτάει. Κολυμπάει. Την αφήνεις την αγάπη να φύγει;
Μυρίζει τη θάλασσα, κάθεται στην ακτή μέχρι να της ξεβράσει το κύμα ένα παλιό φθαρμένο μπουκάλι με ένα μικρό χαρτάκι μέσα. Το ανοίγει και ξέρει πια τι θα διαβάσει. Λάμπουν τα μάτια. Απ’ τον ήλιο; Τα δάκρυα; Την περηφάνια;
«Εγώ σε προσέχω. Η Άννα σου».

Advertisements