001Αν όχι κάθε μέρα, δυο με τρεις φορές την εβδομάδα
πήγαινε στα κορίτσια. Κατάλαβε πια ότι εκεί είναι ο κόσμος
του. Εκεί ανήκει. Εκεί θα ολοκληρωθεί κάθε «μισό» που είχε
επάνω του και μέσα του. Μαγνήτης. Κάθε φορά που πήγαινε
όμως, όταν έφευγε, ένιωθε παράξενα. Άσχημα παράξενα.
Αδιάθετο. Σαν να ζαλιζόταν.
Ένα απόγευμα καλοκαιριού, είχαν μετακομίσει στο
Παγκράτι αυτές, ζήτησε καφέ. Ερχόταν και η Τάνια τότε
στο σπίτι τους. Πολύ όμορφη κοπέλα. Με πανέξυπνα μάτια.
Ξεχώριζε απ’ όλες. Είναι φίλη της, μέχρι σήμερα. Πρόθυμη
η Αμάντα, πάντα, έκανε τον καφέ. Γλυκό, με μπόλικη
ζάχαρη. Από τότε.
«Να περάσω; Ή να μην περάσω; Αφού το φανάρι είναι
πράσινο. Γιατί περνούν αυτοκίνητα; Αλλά η Σταδίου έχει
πάντα κίνηση».
Το πόσο αστείο φάνταζε στα μάτια τους ένα παιδί να
κάθεται ανακούρκουδα στη μέση ενός μικρού σαλονιού και να
νομίζει ότι είναι στη Σταδίου αλλά να φοβάται να περάσει,
μόνο αυτές το γνώριζαν.

Ήταν πικρά τα Ardan που του έριχναν στον καφέ. Γι’
αυτό και η υπερβολική ζάχαρη. Για να γελάσουν.
Συνεχίστηκε πολύ καιρό αυτό. Πού να πάει το μυαλό του.
Του το «σφύριξε» η Τσόξι.
Έφτιαχνε πια τον καφέ μόνο του. Αμ δε, που θα γλίτωνε.
Στη ζάχαρη τα είχαν λειώσει.
Ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της δικής τους ζωής τα
Ardan. Δεν τα χρησιμοποιούσαν μόνο για το μικρό.
Αφού είδε και αποείδε, αποφάσισε να μην ξαναπιεί καφέ
εκεί. Σιγά μην τις πτοούσε η απόφαση, τις αθεόφοβες. Ό,τι
έμπαινε στο στόμα, είχε κάτι αλεσμένο μέσα. Σε τοστ, σε
κατσαρόλα, σε ψωμί. Πώς να μη μιλάει στα δέντρα, αργό-
τερα, στη Συγγρού;
Ζήτησε να του κάνουν ορμόνες. Είχε λίγα λεφτουδά-
κια. Παράτησε το σχολείο στη μέση της πρώτης λυκείου.
Δεν πήγαινε παραπάνω. Ήταν εμφανής η περίπτωσή του,
πια. Ένα μαρτύριο το σχολείο. Είπαμε, τα παιδιά είναι
σκληρά. Γιατί, απλά, αγνοούν. Όσο μαζεμένο παιδί ήταν,
όσο προσπαθούσε να μη δίνει δικαιώματα –το χρωστούσε
στους γονείς του– τόσο διαολιζόταν όταν το παρενοχλούσαν
συνέχεια στα διαλείμματα, ενίοτε και την ώρα του μαθήμα-
τος. Και προκαλούσε. Αισθητά. Ξόρκιζε πάλι.
«Ως πού θα φτάσουν; Πόσο κακό νομίζουν ότι μπορούν
να μου κάνουν;».
Κι έφυγε. Με ψηλά το κεφάλι. Και με καλούς βαθμούς. Κι ας
ωρυόταν η μητέρα του. Είχε σχεδόν αποφασίσει το δρόμο του.

Ένας βομβαρδισμός από οιστρογόνα, δεν φέρνουν πάντα
τα ποθητά αποτελέσματα. Μικρό το στήθος. Όσες και να
έκανε, ξανά και ξανά –με τις όποιες επιπτώσεις στο οργα-
νισμό, αφού δεν υπήρχε μέτρο– δεν έλεγε να γίνει μεγάλο.
Σταμάτησε η όποια τριχοφυία. Δεν πρόλαβε κανείς να το δει
να μεγαλώνει. Να γίνει άντρας, ούτε καν η μάνα του.
Γλύκανε λίγο το πρόσωπο. Δυνάμωσε το ήδη πλούσιο
σγουρό μαλλί. Αλλά ήθελε μεγαλύτερο στήθος. Βιαζόταν.
Κι ας μην μπορούσε ούτε αυτό να κρύψει απ’ τους γονείς του.
Ο οργανισμός του είχε αρκετά οιστρογόνα και οι ορμόνες
δεν έκαναν μεγάλη αντίδραση. Έτσι τουλάχιστον το εξήγησε
κάποιος γκέι γιατρός στην Πλάκα.
Προσπάθησε και βρήκε δουλειά σε δυο-τρία καταστή-
ματα στην Ερμού, ως πωλητής. Α, και σε ένα τυπογραφείο.
Από όλα το διώξανε, σιγά-σιγά. Το περνούσαν για κορίτσι
οι πελάτισσες κι αυτό δεν άρεσε στα αφεντικά. Από το τυπο-
γραφείο έφυγε μόνο του. Ήταν πολύ πιεστικό το αφεντικό
του για να του πάρει ένα τσιμπούκι στην τουαλέτα και δεν
ήταν θέμα ηθικής. Ήταν άσχημος και χοντρός.
Ζήτησε βοήθεια από την Τζίνα. Αποφάσισε να βγει στο
δρόμο. Τώρα που το θυμάται, δίστασε να πει αμέσως το
«ναι» εκείνη.
«Είναι δύσκολος δρόμος αυτός που πας να διαλέξεις.
Θα τα βάλεις με θεούς και δαίμονες. Θα χάσεις τους γονείς
σου. Όλο ένα δάχτυλο θα βλέπεις στο πρόσωπό σου. Αυτό
θέλεις;».

Πιο πολύ το φόβισε μη χάσει τη μάνα του. Δεν θα τα
κατάφερνε χωρίς αυτήν. Αλλά πώς να της το πει; Ήταν
νωπές όλες οι μαχαιριές που είχε φάει εξαιτίας του. Τα υπό-
λοιπα λόγια της Τζίνας ούτε που τα άκουσε. Ούτε που το
σκέφτηκε. Έπρεπε να πάρει τη ζωή στα χέρια του.
Αγόρασε περούκα, καστανή, ίδια με το χρώμα των μαλ-
λιών του. Και καλλυντικά. Απ’ τον Αυγερινό, στο Κουκάκι.
Όλες από εκεί ψώνιζαν. Υπάρχει ακόμα το μαγαζί. Πριν
λίγους μήνες από εκεί πήρε τις βλεφαρίδες, για να πετύχει
το νωχελικό βλέμμα στο σόου της Μέριλιν. Δεν γινόταν να
μη βουρκώσει όταν ξαναμπήκε εκεί, έπειτα από τόσα πολλά
χρόνια. Έκανε δοκιμές όλη μέρα στο σπίτι των κοριτσιών.
Πώς να βάφεται, τι ρούχα να φορέσει και πώς να τα συν-
δυάσει. Και το βράδυ, με την παρουσία της Τζίνας, μην το
πειράξουν οι παλιές, άνοιξε την πόρτα του ταξί και πάτησε
με το ψηλοτάκουνο στο πεζοδρόμιο της λεωφόρου Συγγρού.
Ένας καρνάβαλος σε ψηλά τακούνια και με περούκα ένιωθε.Έίχε όμως προδιαγραφές…

Advertisements