004Προσπάθησε και βρήκε δουλειά σε δυο-τρία καταστήματα στην Ερμού, ως πωλητής. Α, και σε ένα τυπογραφείο. Από όλα το διώξανε, σιγά-σιγά. Το περνούσαν για κορίτσι οι πελάτισσες κι αυτό δεν άρεσε στα αφεντικά. Από το τυπο- γραφείο έφυγε μόνο του. Ήταν πολύ πιεστικό το αφεντικό του για να του πάρει ένα τσιμπούκι στην τουαλέτα και δεν ήταν θέμα ηθικής. Ή ταν άσχημος και χοντρός.
Ζήτησε βοήθεια από την Τζίνα. Αποφάσισε να βγει στο δρόμο. Τώρα που το θυμάται, δίστασε να πει αμέσως το «ναι» εκείνη.
«Είναι δύσκολος δρόμος αυτός που πας να διαλέξεις. Θα τα βάλεις με θεούς και δαίμονες. Θα χάσεις τους γονείς σου. Ό λο ένα δάχτυλο θα βλέπεις στο πρόσωπό σου. Αυτό θέλεις;».

Πιο πολύ το φόβισε μη χάσει τη μάνα του. Δεν θα τα κατάφερνε χωρίς αυτήν. Αλλά πώς να της το πει; Ή ταν νωπές όλες οι μαχαιριές που είχε φάει εξαιτίας του. Τα υπό- λοιπα λόγια της Τζίνας ούτε που τα άκουσε. Ούτε που το σκέφτηκε. Έπρεπε να πάρει τη ζωή στα χέρια του.
Αγόρασε περούκα, καστανή, ίδια με το χρώμα των μαλ- λιών του. Και καλλυντικά. Απ’ τον Αυγερινό, στο Κουκάκι. Όλες από εκεί ψώνιζαν. Υπάρχει ακόμα το μαγαζί. Πριν λίγους μήνες από εκεί πήρε τις βλεφαρίδες, για να πετύχει το νωχελικό βλέμμα στο σόου της Μέριλιν. Δεν γινόταν να μη βουρκώσει όταν ξαναμπήκε εκεί, έπειτα από τόσα πολλά χρόνια. Έ κανε δοκιμές όλη μέρα στο σπίτι των κοριτσιών. Πώς να βάφεται, τι ρούχα να φορέσει και πώς να τα συν- δυάσει. Και το βράδυ, με την παρουσία της Τζίνας, μην το πειράξουν οι παλιές, άνοιξε την πόρτα του ταξί και πάτησε με το ψηλοτάκουνο στο πεζοδρόμιο της λεωφόρου Συγγρού.Ένας καρνάβαλος σε Έψηλά τακούνια και με περούκα ένιωθε. Και μάλλον ήταν. Αλλά είχε προδιαγραφές.

Advertisements