αρχείο λήψης«Aρχίζουμε». Μόλις είδα το νέο σλόγκαν του Πασοκ στις ειδήσεις κι εκείνο το περίεργο ον μπροστά του -κάτι μεταξύ φάλαινας και φιδιού- ως νέο αρχηγό του κόμματος, με έπιασε υστερικό γέλιο.
Με άκουσε όλη η πολυκατοικία. Μη σου πω και η απέναντι. Σαν τη συχωρεμένη τη Νατάσσα Γερασιμίδου ένα πράμα.
Πόνεσε η κοιλιά μου απ’ τα γέλια, σκέφτηκα ότι πάει χαράμι και το μπότοξ που έκανα προ μηνών και πήγα να ξεράσω. Κρίμα τα φρέσκα λαχανικά στον ατμό.
Μα πόσο καραγκιόζηδες μπορεί να είναι;
Ζητώ συγνώμη απ’ τον Σπαθάρη κι αλλάζω λέξη. Πόσο καριόληδες μπορεί να είναι;
Από πού αρχίζουν; Τριάντα χρόνια αρχίζουν. Θα «τελειώσουν» ποτέ;
Αποκαμωμένη έγειρα στον καναπέ, μη μπορώντας να σταματήσω τα γέλια και τα βρισίδια. Έτσι με πήρε ο ύπνος. Ημίγυμνη στον καναπέ.
Ήμουν, λέει, σ’ ένα μπουρδέλο πολυτελείας, περιζήτητη πουτάνα. Πολυτελείας όμως, όχι αστεία.
Χαλιά περσικά, πολυέλαιοι, τζακούζι, αρωματικά κεριά σε όλο το χώρο και ένα δωμάτιο στην άκρη ξεχωριστό, για «ειδικές περιπτώσεις». Σκοτεινό, όλο δέρμα οι τοίχοι, χειροπέδες και τα σχετικά σαδομαζό σύνεργα.
Αν η τσατσά δεν φορούσε το λιγότερο Max Mara, δεν έμπαινε στο μαγαζί.
Μονοκατοικία παρακαλώ. Απομονωμένη. Ήμουν δε, τόσο δημοφιλής, που μέχρι και ο dr.Bireau που με χειρούργησε με έψαχνε για να με δοκιμάσει, αλλά δεν πρόλαβε. Πέθανε.
Κι εκεί που αναρωτιόμουν τι χρώμα να βάψω τα νύχια μου, χτυπάει το κουδούνι.
Ανοίγει η κυρα-τσατσά και μπαίνει ο Βενιζέλος. Ένα δέος με έπιασε. Έχει εκτόπισμα ο άνθρωπος.
Με κοίταξε με κείνα τα λάγνα μάτια κι άρχισα να υγραίνομαι. Στο στομάχι. Γαστρικό οξύ απότομα. Κρατήθηκα. Κοτζάμ αρχηγός κόμματος.
Τον πάω στο δωμάτιο και προσπαθώ να τον γδύσω.
Ένα με το κρέας τα ρούχα. Σαν να ήταν λίγο πράσινο το δέρμα του, αυτό του γρασιδιού.
«Θα ανατείλει ποτέ αυτός ο ήλιος»; τόλμησα και ρώτησα.
«Τώρα αρχίζουμε» απάντησε και μου δείχνει –με το πάντα λάγνο βλέμμα- προς το φερμουάρ του. Δεν ήθελε να ξαπλώσει. Δεν μπορούσε προφανώς. Στα όρθια λοιπόν. Ψάξε ψάξε, δεν θα το βρεις.
Πού να το βρείς; Η κάτω κοιλία (ανατομικά), είχε ξαποστάσει πάνω απ’ τα γόνατα.
Λίγη δύναμη την έχω, αλλά εκεί ήθελα γερανό. Βρε έσπρωξα από δω, έσπρωξα από κει, ανασήκωσα, παραμέρισα, φύσηξα ν’ ανοίξει δρόμος…τίποτα. Κενό. Χαμένο.
Σαν κάτι να έπιασα όμως με τα ακροδάχτυλα και προσπάθησα να βάλω προφυλακτικό.
«Μην τολμήσεις! Εμείς είμαστε καθαροί!» γρύλισε από τον φυσητήρα.
Επί μισή ώρα έστριβα να βιδώσω τη βίδα, αλλά στροφές δεν έβρισκα. Το προφυλακτικό βαρέθηκε σαν ψηφοφόρος.
«Αει στο διάολο», του λέω…«Πουτάνα είμαι, δεν κάνω αναστηλώσεις!». Κι έφυγα.
Θύμωσε το θεριό, έσκυψε το κεφάλι, έβρισε τον Παπανδρέου και τη σέλα του κι έφυγε κι αυτός – ν΄αρχίσει πουθενά αλλού, ποιος ξέρει;
Απολύμανα τα χεράκια μου και ξαναγύρισα στα μανό μου.
Επόμενο κουδούνι με το που κάθισα.
Άνοιξα εγώ την πόρτα και το ‘παθα το μικρό το σοκ. Η Παπαρήγα μαζί με την Κανέλλη.
Τυχαίο;
Είδαν την απορία στα μάτια μου κι άρχισε η Αλέκα.
«Τι πλούτος είναι αυτός εδώ μέσα; Ο λαός λιμοκτονεί κι εσείς τρώτε με χρυσά κουτάλια;».
«Κυρία Παπαρήγα μου, το μόνο χρυσό που έχω εδώ μέσα, είναι ένα ομοίωμα πέους. Καταλαβαίνετε το λόγο φαντάζομαι…».
Σαν να έφυγε η αγελάδα απ’ τα μάτια της και ζήτησε να φάει κάτι light, οπότε κατευθύνθηκε ήσυχη στην κουζίνα.
«Αχ βρε Λιάνα μου, πάντα ήθελα να σε γνωρίσω. Πολύ γουστάρω που τους τα χώνεις», τόλμησα κι είπα στην άλλη.
«Σκάσε μωρή κάργια και κάνε μια στροφή να δω κωλαράκι!» φώναξε κι άναψε τσιγάρο.
Έκανα μια στροφή και αποφάνθηκε…«Θα έρθω άλλη φορά, μόνη μου, για κάνα μισάωρο μετά τον Πρετεντέρη, να σε χαλβαδιάσω».
Ρίχνει ένα σφύριγμα, τρέχει το ταγεράκι απ’ την κουζίνα με μια ελιά στο στόμα, σα σκυλάκι. Πέταξε και το κουκούτσι κάτω.
«Στο Περισσό έτσι τα πετάς»; της είπα απ΄τη σκάλα.
Με κοίταξε χωρίς νόημα, ρεύτηκε κι έφυγε.
Όσο είχα αυτό το υπέροχο αλισβερίσι, η κυρά Νίτσα μού έβαλε πελάτη στο δωμάτιο.
«Σοβαρός φαίνεται αυτός» μου λέει.
…«Καλώς τον Αντωνάκη!!».

Τον ανέλαβα αμέσως.
«Θα βγάλουμε τα γυαλάκια και μετά τα ματάκια;» τον ρώτησα.
«Δεν πηδάω χωρίς γυαλιά» απάντησε σοβαρός.
Μια περιέργεια την είχα. Για να γαμιέται η Απόλυτη κάποια φεγγάρια μαζί του, κάτι θα ήξερε.
Τα κανιά που αντίκρισα, σκέτη γέφυρα. Χωρούσα ολόκληρη να περάσω από κάτω, χωρίς να κουνηθεί καν. Το γυαλί όμως, γυαλί.
Κρατάει τα σίδερα του κρεβατιού, κουνιέται πέντε φορές και τελειώνει. Απ’ τη χαρά του ακούω να σιγομουρμουρίζει ένα καλαματιανό. Περήφανη Μεσσηνία και πάνω απ’ όλα, σβέλτα στις δουλειές σου!
«Φιλιά στη Ντόρα», του είπα στην πόρτα.
Έκοψε το τραγούδι, με αγριοκοίταξε και πέταξε με κακία…«Πακιστανός που σου χρειάζεται…».
Χααα… τουλάχιστον θα έχει προσόντα. Φίφα! Ε, φίφα.
Γύρισα αμέσως στη δουλειά μου, γιατί με τον Αντωνάκη δεν παίζουν, θέλει αυτοδυναμία κι έχει νεύρα.
Ακούστηκε δυνατά η πόρτα στο μυστικό δωμάτιο. Ψυλλιάστηκα ποιος μπορεί να είναι. Γνωστός πελάτης, βαρύς τύπος.
«Τι κάνει το αγόρι μου;».
Ο Πάν-καλος μου χαμογελά, προτάσσει το στήθος -ένα με τον κοίλο- και εκσφενδονίζονται στο δωμάτιο όλα τα κουμπιά απ’ το σιελ πουκάμισο. Είχε αγριέψει το μάτι.
«Χάθηκες» του λέω.
«Έτρωγα» μου απαντά.
«Μόνος;».
«Μην ξύνεις πληγές» απαντάει βλοσυρός… «Φόρα τις χειροπέδες και δώσε μου το μαστίγιο».
«Όοοχι αγάπη μου. Αρκετά! Απόψε θα αλλάξουμε ρόλους».
Τον σπρώχνω με όλη μου τη δύναμη στο μαύρο lether τοίχο, του δένω τα χέρια στο ταβάνι με τις χειροπέδες. Όρθιος. Τέλεια θέση. Παίρνω το μαστίγιο με τις τρίχες αλόγου και πού σε πονεί και πού σε δέρνει. Μωβ τον έκανα. Ούρλιαζε, ωρυόταν, φώναζε «Δεν τα φάγαμε μαζί!! Συγγνώμηηη!».
«Φυσικά και δεν τα φάγαμε μαζί. Βγάζει μάτι, κήτος!».
Και δώστου βουρδουλιές στον κώλο, μέχρι που κουράστηκα.
«Άλλη φορά να προσέχεις τι λες χρυσό μου» του ψιθύρισα στ’ αυτί και συνέχισα…«δοσίλογε. Ξεχνιέται ο Οτσαλάν;».
Τον έδιωξα βιαστικά, έτσι όπως αποσύρεται κι αυτός απ΄την πολιτική.
Έφαγα, πήρα δυνάμεις και έβαψα επιτέλους τα νύχια μου στο μωβ του Παν-καλου.
Δεν πρόλαβαν να στεγνώσουν βρε παιδιά και μπαίνει ο Γιωργάκης.
Ω, θεέ μου! Λύγισα η γυναίκα. Μισός είχε μείνει. Κυρτός, σαν ογδόντα οκτώ χρονών.
Τον έπιασα απ’ το χέρι, κούτσα-κούτσα -άνθρωπος είμαι κι εγώ- και τον οδήγησα στο τζακούζι.
«Παίρνω zanax» μου λέει.
«Πόσα χρόνια;».
«Έξι μήνες περίπου».
Φτουου! πάλι έξω έπεσα. Νόμιζα τα ‘παιρνε απ’ την εφηβεία.
Του έβγαλα τα ρούχα, τρυφερά. Τραυματισμένο το πουλάκι μου. Μέσα απ’ το παντελόνι φορούσε το κολάν του ποδηλάτη.
Με πόσο πόνο το αποχωρίστηκε! Τον έτριψα απαλά στην πλατούλα, έλουσα τα μαλλάκια του -όσα απέμειναν- και τον πήρε ο ύπνος.
Μετά δεν είχα τι να κάνω και του ξύρισα το μουστάκι. Παναγία μου! Το μετάνιωσα αμέσως! Όταν το δει, θα μου πέσει και στα Ladose! To κόλλησα με UHU και μετά από μια ώρα τον ξύπνησα.
Τρισευτυχισμένος ήταν. Μου φιλούσε τα χέρια.
«Τι καλή που είσαι. Όλοι με βρίζουν». Και να, το δάκρυ κορόμηλο.
Πάντως έλεγε αλήθεια στη Θεσσαλονίκη. Λεφτά υπήρχαν. Δέκα χιλιάδες ευρώ μου άφησε πουρμπουάρ.
Χόρευα απ’ τη χαρά μου όταν χτυπάει πάλι το κουδούνι και μπαίνει μέσα η Τσίπρας.
Γλυκειάαα…! Μέλι έσταζε.
«Κι αυτός εδώ ήταν;» ρώτησε.
«Λείπει ο πολιτικός απ΄ τη Μπουρδελική;» απαντάω και δείχνω με νόημα το χρυσό φαλλό που είχα στο σαλόνι, δήθεν διακοσμητικό.
Καλέ για πότε έσπασε η μέση; Ούτε εγώ τέτοιο σκέρτσο.
Μ΄ αυτήν, παραλίγο να χάσω το αγαλματίδιο. Θα μου το έκλεβε η κάργια! Βρε τι μπιντέ της έκανα, τι κλύσματα, στο τέλος έσκασε το ομοίωμα μονάχο του στο βάθος της λεκάνης.
Τίναξε τη φράντζα ικανοποιημένη και δρασκέλισε ναζιάρικα την πόρτα.
Θα μπει επιτέλους ένας άντρας εδώ μέσα; Άντρας σωστός, να’ χει τα τέτοια να;
Οι ουρανοί ήταν ανοιχτοί και μπαίνει ο άντρας, ο μοναδικός, ο ένας. Μια λέξη μόνο αρκεί: Βορίδης.
Κοιτούσε τις δυο πόρτες των δωματίων επί πέντε λεπτά. Διχασμένος σε ποια να μπει. Τελικά όρμησε στο μπλε δωμάτιο.
Τι αγέρωχο κορμί! Έσκαγε λίγο η κοιλίτσα, αλλά εκείνο το βλέμμα του, μέσα στη διαστροφή.
Δε μιλούσε. Μόνο στα κανάλια μιλάει αυτός. Πηδήκουλας με όλη τη σημασία της λέξης. Του έμειναν και δυο τρία extensions στο χέρι απ’ το τράβηγμα, αλλά χαλάλι του, τα πάει καλά με τους φορτηγατζήδες, όλο και κάνα πελατάκι θα μου στείλει.
Ούτε γεια δεν είπε ο αγροίκος όταν έφυγε. Τον πήρε ένα ταξί και χάθηκε. Τότε θυμήθηκα, ότι τα πάει καλά και με τους ταξιτζήδες. Πόσο τον θέλω να΄ξερε, πόσο τον θέλω, πόσο!
Η ώρα πέρασε γοργά. Ο Άδωνις δεν ήρθε κι ας περίμενα. Έτριβε το γιαούρτι κι άργησε.
Και πάνω εκεί, κρύωσα απότομα και ξύπνησα.
Η Λούσυ μου έγλειφε το μάγουλο επίμονα. Φαντάζομαι τι μορφασμούς θα είδε το σκυλί στο πρόσωπο μου κι ανησύχησε. Καλά που στα όνειρα έρχεται πάντα ο Ξύπνιος και σε σώζει.
Σύντομα το μπουρδέλο θα έχει εκλογές.
Πόσοι φαλλοί χρειάζονται μη λείψουν σε κανέναν;

Advertisements