images (13)-Το μετάνιωσες;
-Χμμ…όχι…
-Αφού είσαι προβληματισμένη.
-Ε, το περίμενα αλλιώς.
-Αφού ήξερες.
-Είδες τι παθαίνω; Ξέρω, υποψιάζομαι και πάντα ξαφνιάζομαι.
-Ρε Άννα, δέκα χρόνια δεν είναι και λίγο.
-Το ίδιο γλυκό βλέμμα είχε, είδες; Τελικά όταν κάτι μας σημαδεύει, πιστεύουμε πως θα είναι για πάντα.
-Εσύ προχώρησες. Αυτός θα έμενε εκεί;
-Δεν είπα αυτό. Μ’ αγαπούσε όμως, τόσο πολύ. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα «ταξίδια» μας.
-Κι εσύ το ίδιο τον αγαπούσες.
-Ναι, αλλά εγώ έφυγα, τον άφησα μόνο.
-Γιατί;
-Ήταν προκαθορισμένο το τέλος. Ως συνήθως, άλλωστε.
-Μα τι λογική είναι αυτή; Γιατί το ξεκινάς τότε;
-Μωρέ, βάζεις φράχτη και κοράκια στην καρδιά, όταν αρχίζει και φουσκώνει;
-Ναι, ε; Δες τα χαΐρια σου τώρα.
-Καλά είμαι. Απλά…
-Απλά, τι;
-Να σκέφτομαι, αν δεν έφευγα τότε, πώς θα ήταν;
-Νομίζω την πήρες την απάντηση σου, απ’ το ίδιο του το στόμα…Μα τι σ’ έπιασε και τον ρώτησες τέτοιο πράγμα; Λες και αυτός θα ήξερε…Παιδί ήταν.
-Ήταν έτοιμος.
-Κι άλλοι είναι έτοιμοι, χωρίς προκαθορισμένο τέλος όπως λες και δεν έχουν το αποτέλεσμα που περιμένουν. Κι ας έχουν τις καλύτερες προδιαγραφές.
-Μην προσπαθείς να μου χρυσώσεις το χάπι. Είναι άλλο να έχεις αγκαλιά την ελπίδα και άλλο να ξέρεις απ την πρώτη στιγμή ποια είναι τα όρια σου.
-Βλακείες λες. Και ποιος καθορίζει αυτά τα όρια;
-Η ίδια η ζωή. Απ’ το πρώτο μονοπάτι που θα πατήσεις, ξέρεις, βλέπεις, νοιώθεις, πως το κουταλάκι σου είναι μικρό. Μπορείς να φας…αλλά λίγο, με δόσεις.
-Με μπερδεύεις. Εγώ στη θέση σου, δεν θα το ξεκινούσα.
-Εσύ μιλάς εκ του ασφαλούς. Εσύ δεν υπάρχεις. Δεν έχεις ψυχή. Μια φωνή είσαι, που προσπαθεί χρόνια τώρα να με κουμαντάρει.
-Μια φωνή; Απλά μια φωνή; Το άλλο σου μισό είμαι.
-Μπούρδες. Λογική δε σε λένε; Αυτό τα λέει όλα. Πότε τα πήγαμε καλά οι δυο μας για να συμβεί και τώρα;
-Για το καλό σου ξυπνάω, με την έννοια σου κοιμάμαι.
-Γίνεται να κοιμηθείς για πάντα; Άσε με να θυμάμαι, να μυρίζω αναμνήσεις, να κρυώνω με τη σκέψη σε καύσωνα και να ζεσταίνομαι όταν χιονίζει. Δεν είναι δική σου δουλειά αυτό, αν θέλεις να ξέρεις. Η ψυχή μου το καταφέρνει. Όσο και να τη μισείς, αυτήν αγαπώ πιο πολύ. Αν σε άκουγα τόσα χρόνια, κολοκύθι νερόβραστο θα ήμουν.
-Ψεύτρα. Δεν σε έκανα εγώ να φύγεις τότε!
-Όχι, αυτοσυντήρηση ήταν.
-Αχ, πώς σ’ αρέσει να παίζεις με τις λέξεις Αννούλα. Πάντα σου άρεσε.
-Όπως και να ‘χει, τώρα νοιώθω ότι έκλεισε αυτός ο κύκλος. Ήταν ανάγκη να μου πει αυτή την κουβέντα;
-Εσύ το προκάλεσες. Αφού σε έτρωγε σαν το σαράκι.
-Μα, πώς μπόρεσε να ξεχάσει;
-Δεν ξέχασε. Προχώρησε. Αλλά, ήταν ερώτηση αυτή που του έκανες μετά από τόσα χρόνια;
-Ε, τι τον ρώτησα κι εσύ; Αν δεν έφευγα τότε, πώς θα ήμασταν σήμερα. Δεν είναι εύλογη ερώτηση;
-Όχι. Τότε που σου έταξε κοινή ζωή, το πίστευε. Στο κάτω-κάτω, τι σου είπε; «Και να έλεγες ναι, δεν θα κρατούσε». Αυτό σου είπε. Γιατί σε πονάει; Αυτό δεν πίστευες κι εσύ;
-Ναι, το πίστευα. Και τώρα το πιστεύω. Αλλά ήθελα να με διαψεύσει. Να έχω δικαίωμα επιλογής στο όνειρο και όχι στην αυταπάτη…Δεν έπρεπε να τον ρωτήσω.
-Αυτό μόνο σε πόνεσε; Το ότι θέλει να γίνει πατέρας, το προσπερνάς;
-Μην είσαι ανόητη. Βλέπεις πως δεν είναι λογική, αλλά αυτοσυντήρηση; Να προστατέψω τον εαυτό μου ήθελα.
-Το μετάνιωσες;
-Όχι. Ταξίδεψα. Μπορεί να μη βρήκα Ιθάκη, αλλά με βολεύει να κρατάω το στίχο του ποιητή. Εξάλλου, τι είναι καλύτερο γλυκιά μου, ξινή λογική; Ένα άδειο σακί…ή ένα μισογεμάτο;

Advertisements