Πέρασαν οι νύχτες που θωπεύουν; Ανεπιστρεπτί;
Όλα αλλάζουν μορφή και υπόσταση όταν ο ήλιος απομακρύνεται αργά-αργά, συνήθως πίσω από κάποιο λόφο.
Αλλοιώνονται τα χρώματα. Χάνονται στην πιο βαθιά τους απόχρωση. Κι άλλα αστράφτουν, γιατί χρειάζονται μόνο ένα μικρό φως. Ένα δείγμα από φως τόσο, όσο για να αποκαλύψουν μύχια μυστικά που κρατούν μέσα τους, μην τυχόν και αποκαλυφτούν στις ακτίνες του ήλιου.
Η μαγεία του σκοταδιού, το μυστήριο του, δεν αφήνει κανένα πλάσμα στον πλανήτη ασυγκίνητο.
Κάποια τα ναρκώνει, τα κοιμίζει. Ενώ άλλα, αποκαλύπτονται και ανακαλύπτονται στο μαύρο. Γοητεύει η νύχτα. Και όχι μόνο με τη ρομαντική της πλευρά.
Μπλαβίζει η θάλασσα. Τη βοηθούν τα αστέρια να διακρίνεις το τελείωμα της. Εκεί που αφήνει τα χάδια της, στην ακροθαλασσιά, χιλιάδες χρόνια τώρα.
Ακούραστη η νύχτα. Αδιάκοπη.
Να δώσει δάκρυ στον ευαίσθητο. Στον απελπισμένο, προσδοκία. Στον ερωτευμένο ένα πιο δυνατό χτυποκάρδι.
Τον μοναχικό να τον βυθίσει πιο βαθιά στον πόνο του, για να βρει την άκρη του…ή το τέλος του.
Να γδύσει όσα επιμελώς έχει ντυμένα την ημέρα. Να ξεγυμνώσει αισθήσεις.
Σε παροτρύνει η νύχτα. Τις υγρές νύχτες του καλοκαιριού να απλώνεις το κορμί σου σε λευκά σεντόνια. Στον άγριο χειμώνα, να χάνεται σε παπλώματα αναζητώντας ένα ζευγάρι πόδια παραδίπλα, μια μυρωδιά οικεία, μια αγκαλιά να νοιώσεις ασφαλής, όταν έξω λυσσομανάει ο αέρας.
Κι αν δεν υπάρχουν όλα αυτά; Έχει η νύχτα τη λύση της.
Τον πιο πιστό εραστή, που σπάνια σε εγκαταλείπει. Το γιο του ύπνου, τον Μορφέα, με την πιο γλυκιά αγκαλιά.
Εκεί λυτρώνεσαι όταν πονάς. Γλυκαίνεις όταν σ’ ακουμπάει.
Λίγο πριν σε σφίξει στην αγκαλιά του, μόλις ακούσεις την ανάσα του, ένα μειδίαμα ζωγραφίζεται αυτόματα.
Μπορεί κάποια βραδιά να σου κάνει μέχρι και έρωτα. Το καταλαβαίνεις απ’ το λαμπερό πρόσωπο το επόμενο πρωινό, που θα σιγοτραγουδάς φτιάχνοντας τον καφέ σου.
Κι όταν κάποια άλλη ψυχή έχει προτεραιότητα, ο ύπνος θα σε αφήνει έρμαιο στα όνειρα. Στην άλλη σου διάσταση.
Βγάλτα πέρα μόνος σου, μονολογεί. Κάποιος πονάει πιο πολύ από σένα. Με έχει περισσότερο ανάγκη.
Εκεί σε επισκέπτονται οι εφιάλτες. Βρίσκουν το μυστικό πέρασμα, το κενό κι αρχίζουν την επίθεση.
Η νύχτα. Το άλλο μισό της ζωής.
Αν δεν την κάνεις φίλη σου, θα ματώσεις.
Όσο τεχνητό φως και να της πετάξεις στη μούρη, η δύναμη της καραδοκεί σε κάθε γωνιά.
Παίρνει χιλιάδες μορφές να σε πλανέψει. Ρίχνει τις μάσκες της μέρας, σχεδόν επιτακτικά. Ανοίγουν οι ντουλάπες και βγαίνουν οι σκελετοί. Υπερισχύουν άλλοι νόμοι. Αυτοί της επιβίωσης, της διαβίωσης, της ύπαρξης ολόκληρης.
Στην άκρη ενός γκρεμού ένα ζευγάρι κάνει έρωτα κάτω απ’ το ασημένιο χρώμα του φεγγαριού, μια νύχτα Αυγούστου. Ορμόνες, αρώματα, αισθήσεις τεντωμένες.
Και λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, κάποιος βιάζει ή ξυλοκοπά μια γυναίκα, ένα παιδί, ένα ζώο. Βρωμιά, αίμα, ένστικτα αγριότητας, που βρίσκουν αφορμή το σκοτάδι.
Τα πάντα είναι ανήμπορα να αντισταθούν στις σειρήνες της νύχτας. Τα πάντα και σχεδόν όλοι.
Τους βαραίνει το προσωπείο που κουβαλούν όλη τη μέρα. Τους κουράζει. Με το πρώτο αστέρι που θα φανεί στον ουρανό, θα την πετάξουν. Θα τρέξουν ή θα συρθούν στην ελευθερία τους, που ίσως να σημαίνει τη σκλαβιά κάποιου άλλου.
Όταν η ψυχή συναντά τη νύχτα, συντελείται συχνά το τέλειο έγκλημα.
Γι αυτό σου λέω, κάνε τη φίλη σου.
Δώσε της σώμα, πρόσωπο, άκρα. Πιάσε της το χέρι και πήγαινε βόλτα μαζί της.
Έχει πολλά να σου προσφέρει. Να σε απελευθερώσει και όχι να σε εγκλωβίσει στα πάθη σου. Να αγαπηθείς, να δημιουργήσεις μαζί της. Να μη σκλαβωθείς από κανέναν.
Όσο αισιόδοξη και αν ακούγεται χρόνια τώρα η ατάκα της Σκάρλετ «Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα» μην ξεχνάς ότι στο αύριο παραμονεύουν οι μάσκες.
Αυτές να φοβάσαι, αυτές να φωτίζεις. Όχι τη νύχτα.

Advertisements