Μια εμπειρία ακόμη, λοιπόν; Μια ανατροπή; Στην πρώτη σκέψη θα μπορούσε να ερμηνευθεί κι έτσι.

Η λέξη «πρόκληση» ήταν η πρώτη σκέψη που ήρθε στο δικό μου μυαλό.

Κι ύστερα, μια δεύτερη σκέψη, που τη λέμε ανάμνηση.

Έφερα στο νου μου ένα άγουρο πλάσμα. Κορίτσι; Αγόρι; -Τα φαινόμενα, είπαμε, πολλές φορές απατούν.

Κάπου απέναντι απ’ το παλιό εργοστάσιο του Φιξ. Ξημερώματα σχεδόν. Προς «άγραν πελατών». Πρόστυχο ντύσιμο. Συμπεριφορά όμως, όχι. Η μάνα; Η φύση;

Δεν έμεινα εκεί. Πολύ απότομα, με μια κίνηση του κεφαλιού, γύρισα στο σήμερα.

Δεν αποποιούμαι. Να ξεχάσω θέλω. Μα δεν με αφήνουν.

Την Πέμπτη, λίγο μετά τη δύση του ήλιου, με έκανε όμορφη και λαμπερή ο αγαπημένος μου Μηνάς. Μου δάνεισαν και μια πανέμορφη τουαλέτα, στο χρώμα του κρασιού της Βουργουνδίας.

Ανέβηκα στη σκάλα του οικοδόμου. Ισορρόπησα στο πανάκριβο γυάλινο τραπέζι. Περπάτησα στα μάρμαρα ξυπόλυτη. Κοιτάχτηκα σε καθρέφτες άλλων εποχών και δεν αναγνώρισα τον εαυτό μου.

Ήμουν σε άλλη διάσταση. Κρατούσα στα χέρια μου, αυτά τα νευρώδη χέρια -που όλο θέλουν να απασχολούνται με κάτι-  ένα στυλό, ένα χάδι, με εκφραστικότητα, ένα εκπληκτικό κείμενο, γραμμένο από τη γυναίκα που ξόδεψε σαράντα χρόνια σε Πανεπιστημιακές αίθουσες και αποφάσισε να γράψει ένα θεατρικό μονόλογο.

Να παραδώσει «Μαθήματα εκτός ύλης».

Το δικαιούται. Η Σήλια Νικολαίδου, ετούτη η φαινομενικά συντηρητική γυναίκα, δεν έφερε τον παραμικρό ενδοιασμό στην πρόταση της κ. Κωνσταντακάτου, αυτά τα ιδιαίτερα μαθήματα να τα παραδώσει ένας άνθρωπος με ιδιαιτερότητα.

Μια βέβαιη ανατροπή. Απ’ την καθηγήτρια αυτή τη φορά.

Πάμε τώρα στην άλλη πλευρά, να το δούμε φωτισμένο λίγο αλλιώς;

Γιατί να μην το κάνω εγώ; Γιατί με τις γαμημένες ταμπέλες σας, προσπαθείτε να αφήσετε ανθρώπινα όντα κλεισμένα στο καβούκι σας;

Αν δεν ξέρω εγώ το ασυμβίβαστο, ποιος το ξέρει;

Αν δεν ξέρω από χειροπέδες, ποιος έχει ακόμη τα σημάδια τους στο δέρμα του;

Αν έχω δυσκολευτεί με αποφάσεις ζωής ή έχω μετανιώσει με κάποιες από αυτές, ποιος το έζησε πιο ολοκληρωτικά από μένα;

Ποιος μπορεί να αρνηθεί πως η ζωή μου, ήταν, είναι και θα είναι, πότε κόλαση και πότε παράδεισος;

Γιατί λοιπόν είμαι ανίκανη εγώ να απαγγείλω ένα ποίημα για συρματοπλέγματα και φυλακές, αντίθετα με της αρμονίας το πεντάγραμμο, ένα τραγούδι, που το προτιμώ σε τελευταία ανάλυση;

Ποιος σας είπε ότι δεν έχω διαβάσει Καζαντζάκη, για να ξέρω τι ελπίζω και τι φοβάμαι; Με ποιο δικαίωμα θα μου στερήσει κάποιος την επιλογή να ακκίζομαι προκλητικά, μιλώντας για τον Φρόιντ;

«Ξέρω πολύ καλά, πως στο σκοτάδι πολύ εύκολα το άσπρο γίνεται μαύρο». Γι αυτό και το αποφεύγω.

Αν δεν υπερασπιστώ με περηφάνια εγώ, ανόητοι, την υπέρβαση, ποιος θα το κάνει;

Νοιώθω ευεργετημένη που σε αυτή τη φάση της ζωής μου, έμαθα τη μεγάλη διαφορά μεταξύ άρνησης και αρνητικότητας.

Είμαι τόσο ευτυχής που μια γυναίκα με δυνατούς χτύπους καρδιάς, μου έδειξε πως ανήκω στην πρώτη κατηγορία.

Δεν ήταν ανατροπή λοιπόν. Πρόκληση ήταν. Αυτό ακριβώς που σκέφτηκα απ΄την αρχή.

Η ίδια η ζωή είναι πρόκληση. Και προκαλώντας την πρόκλησή της, τουλάχιστον παίζεις. Δεν είσαι θεατής. Γιατί σαν θεατής, θα πεις πολλά, πολλά και άκυρα, σαν πρωταγωνιστής όμως, θα πεις μόνο τα ουσιαστικά.

Κι εγώ άκουσα πολλά. Το κορυφαίο, στο “Κουκλόσπιτο”.

«Μα είδα κάτι φωτογραφίες στον ‘τοίχο’ σου, πάνω σε ένα τραπέζι. Τον Ταρζάν έκανες;».

Όχι βρε, την Τσίτα.

Καμία από εκεί μέσα δεν ήρθε να δει τη «συνεργάτιδα» να κάνει απλώς, ένα βήμα παραπέρα.

Ναι, ναι, ξέρω τι θα μου πείτε πάλι. «Μην ασχολείσαι βρε Άννα. Δεν αξίζει».

Διαφωνώ. Την ανόητη κακία έχω εχθρό. Μ’ αυτή θα τα βάλω. Δε θα ευλογήσω αυτούς που με τίμησαν. Δεν είναι έντιμο. Το έδειξαν με την πράξη τους.

Στους άλλους θα απευθυνθώ.

Όσοι δεν εκτιμήσατε αυτό που έκανα, ώστε να το τιμήσετε, δεν χρειαζόταν σε καμία περίπτωση να το επιδοκιμάσετε.

Αλλά δε χρειαζόταν και να αποδοκιμάσετε την προσπάθεια ενός ανθρώπου που ίσως τον έχετε κάπως αλλιώς στο μυαλό σας.

Σας βγάζουν μάλλον κάποιοι σαν εμένα από τα στεγανά σας και δυσφορείτε. Το καταλαβαίνω.

Μπορείτε όμως απλώς να αδιαφορείτε;

Δεν είναι στάση ζωής να κατακεραυνώνεις πλάσματα που απερίσκεπτα τα θεωρείς πιο αδύναμα ή πιο ανάξια από σένα.

Στάση…λεωφορείου είναι. Μιζέρια είναι. Το καβούκι σου είναι και πρόσεχε αν βγεις έξω ποτέ. Μπορεί το κέλυφος να σου προσφέρει ασφάλεια, αλλά είναι απατηλή, γιατί όλα σπάνε. Ακόμη και της χελώνας.  Και θα με ξαναδείς επάνω στο τραπέζι να «κάνω τον Ταρζάν» χωρίς να σκέφτεσαι ότι με βλέπεις έτσι, επειδή είναι το μυαλό σου ζούγκλα.

Στην εμπιστοσύνη της κυρίας Χρυσάνθης δεν θα αναφερθώ. Μου την απέδειξε περίτρανα.

Ούτε για το Μέγαρο Υπατία θα μιλήσω. Το έκαναν και το κάνουν, πιο ειδικοί από μένα. Έχει καταχωρηθεί στα κιτάπια της ιστορίας.

Ένα ευχαριστώ στη ζωή θα πω και στη μάνα μου, που με κοιτούσε περήφανη στην πρώτη σειρά. Όπως τότε, στα καλλιστεία τραβεστί, που μου φορούσαν ένα στέμμα από στρας…

ΥΓ.

Κάποιες φράσεις του κειμένου, προέρχονται από το θεατρικό μονόλογο της κ. Σήλιας Νικολαίδου.

Φωτογραφίες:  Costas Bekas (όπου αναγράφεται) και Alex.Kat.

Advertisements