ΝΕΑ

«Ξέρεις τι τράβηξα; Θέλει κότσια για να τα κόψεις»
Κάποτε γεννήθηκε αγόρι, αν και ούτε η ίδια δεν θυμάται πότε. Εζησε σε υπόγεια. Βγήκε στη Συγγρού. Την κυνήγησαν. Η Αννα Κουρουπού στα 46 της αποφάσισε να βγάλει στο φως τις διαδρομές της ζωής της

ΡΕΠΟΡΤΑΖ Δημήτρης Ν. Μανιάτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Οι «Κούκλες» βρίσκονται στην σκοτεινή ζώνη μεταξύ Συγγρού και των απολήξεων του Φιλοπάππου. Στο Κουκάκι, το κόκκινο με το μαύρο ντεκόρ του drag Queen μπαρ δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Ενας underground χώρος με βερολινέζικη ατμόσφαιρα και περσόνες βγαλμένες από ταινίες του Αλμοδόβαρ.
Το μαγαζί της Μαριλούς κλείνει 17 χρόνια φέτος και πίσω απ’ την σιδερένια του πόρτα αφηγείται την ιστορία αγοριών που είναι πια γυναίκες και που επιδίδονται σε σόου με όλες τις αγαπημένες ηρωίδες του τρανς και γκέι κόσμου: τη Ρένα Βλαχοπούλου, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τη Σπεράντζα αλλά και τη Lady Gaga.
Ο καθείς με την αγωνία του. Οι γκέι στα φλερτ και τις ματιές τους. Οι πιο νεαροί γκέι ανιχνεύουν τον χώρο. Τα κορίτσια απενοχοποιημένα. Τα στρέιτ κορίτσια διψούν να δουν. Και οι πιο παλιές τρανς στα σκαμπό σαν επιτροπή σοφών. Η Αννα Κουρουπού έχει πια μια διαφορετική αγωνία και μια φλόγα στο βλέμμα. Την αγωνία του ανθρώπου που αποφάσισε να γράψει de profundis και που μόλις εξεδόθη το βιβλίο της «Γιατί δεν έχω σαν το δικό σου, μαμά;» απ’ τις εκδόσεις Ποταμός. Το de profundis της Αννας, που κάποτε γεννήθηκε αγόρι – αν και ούτε η ίδια δεν θυμάται το πότε. Η αφίσα του βιβλίου τοποθετείται με καμάρι στον καθρέφτη του μπαρ πίσω της – εργάζεται και η ίδια στις «Κούκλες» -, ενώ παίρνω θέση κάτω από τις φωτογραφίες όλων των διάσημων που έχουν περάσει από το θρυλικό μπαρ, όπου λέγεται πως χάρισε τις θεατρικές της τουαλέτες η Σπεράντζα Βρανά.
Το βιβλίο προλογίζει ο Σταύρος Θεοδωράκης, που με την εκπομπή του «Πρωταγωνιστές» είχε ανοίξει στο ευρύ κοινό την πόρτα προς το βασίλειο των τραβεστί και την ιστορία των κοριτσιών. Εκεί πρωτοπήγε τον φάκελο με το κείμενό της η Αννα Κουρουπού, αυτό που μόλις μετουσιώθηκε σε βιβλίο. «Ημουνα πολύ άσχημα. Ερωτικά. Και οικονομικά χάλια. Είχα ένα μπουρδέλο πολυτελείας με μια Γερμανίδα στην Ηλία Ηλιού, πήγε κατά διαόλου, έχασα πολλά λεφτά. Ετρεχα σε δικηγόρους, απέκτησα ψυχοσωματικά και μπήκα στο Ιατρικό Αμφιθέας. Πάντα έγραφα. Σκόρπια όμως. Πιο παλιά κρατούσα ημερολόγιο. Τότε, βρέθηκα στο σημείο μηδέν. Ηθελα να δω γιατί έφτασα εδώ που έφτασα. Πρέπει να δείξεις ένα σθένος απ’ την αρχή σαν τραβεστί. Να μην μπεις στο περιθώριο», μου λέει η Αννα την επόμενη μέρα που συναντιόμαστε στο loft της στον Νέο Κόσμο, την ώρα που φωνές ακούγονται από τη λαϊκή στον πεζόδρομο.
Η Αννα κουλουριασμένη, με φόρμα, απέναντί μου, περιγράφει τις πρώτες αντιδράσεις για το βιβλίο της που παρουσιάστηκε από τον Πέτρο Τατσόπουλο και τον Σταύρο Θεοδωράκη στο Ιδρυμα Κακογιάννη. «Ακουσα τη μαμά μου στενοχωρημένη με το περιστατικό του βιασμού που αναφέρω. «Τι έχεις περάσει και δεν μου τά ‘λεγες;»… Τι σημασία έχει; της είπα. Αφού τώρα είμαι καλά. Το θέμα είναι πως τα έχουν περάσει κι άλλα παιδιά και δεν είχαν εσένα δίπλα τους. Η μάνα μου έκανε δουλειά χωρίς να το ξέρει. Στα δύσκολα χρόνια της Συγγρού». Και μου δίνει πάσα με το στόρι του βιασμού που αφηγείται στο βιβλίο. Τότε που σχεδόν την απήγαγαν με το λευκό φορτηγάκι εφτά άνδρες και την πήγαν μέχρι τον Ασπρόπυργο.
«Γελούσαν σαν παρανοϊκοί. Σε λίγα λεπτά έμεινε εντελώς γυμνό (σ.σ. τότε ακόμη η Αννα ήταν το αγόρι που ανακάλυπτε τον εαυτό του), ένιωθε άγρια αγγίγματα σε όλο του το σώμα. Ακουσε φερμουάρ να ανοίγουν χωρίς να μπορεί να δει και πολλά πράγματα. Ενα γκρι δάπεδο και ρούχα να πετιούνται σωρό, ολόγυρα. Ο πρώτος τού άρπαξε το κεφάλι και το έσπρωξε προς τα κάτω. Προσπάθησε να φέρει αντίσταση, μα δεν κατάφερε απολύτως τίποτα. Ενα πνίξιμο στον λαιμό και δάκρυα ποτάμια. Και δεκάδες δάχτυλα να το αγγίζουν. Τα περισσότερα άγαρμπα. Ενα δυνατό τσούξιμο πίσω».

ΚΟΛΩΝΟΣ – ΣΥΓΓΡΟΥ. Η αφήγηση ξεδιπλώνει τις υπόγειες διαδρομές ενός ανθρώπου που σήμερα στα 46 του αποφάσισε να τις θέσει στο φως, χωρίς το σκληρό γράψιμο της Μπέτυς Βακαλίδου με το «Πόσο πάει». Ισως και λόγω άλλης εποχής, άλλων ηθών για την ομοφυλοφιλία, τη φυλή των τραβεστί, την πραγματικότητα της αλλαγής ή διόρθωσης φύλου, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα – που πάντως δεν είναι ακόμη αυτονόητο.
Το νήμα ξετυλίγεται απ’ τα παιδικά χρόνια στον Κολωνό και τα πρώτα σκιρτήματα της διαφορετικής σεξουαλικής ταυτότητας για το τότε ντροπαλό αγοράκι. «Η πρώτη επαφή μου ήταν σε κάτι χωράφια με καλαμιές με έναν συμμαθητή μου δέκα χρονών, αμυδρές αναμνήσεις, πιανόμασταν, με ενοχές, μη μας δει κανείς. Μετά ήλθαμε από την Κατερίνη, έπιασε δουλειά ο πατέρας μου στην τότε ΕΑΣ, το περιστατικό με το παιδάκι είχε ξεχαστεί. Οταν ήμουν 13 ετών, ήλθε ο Παναγιώτης στη ζωή μου. Η πρώτη ερωτική πράξη έγινε στο σπίτι του, μετά περίμενα στο παράθυρο μήπως περάσει, συναντιόμασταν συνέχεια, κάναμε βόλτες, ερχόταν συχνά σπίτι μας. Κανείς δεν πονηρεύτηκε ότι γινόταν κάτι μεταξύ μας».
Και τότε αρχίζουν οι βόλτες στην Πλάκα. «Συναντιόμασταν με τον Βασίλη και τον Γρηγόρη κρυφά στην Αχιλλέως και παίρναμε το λεωφορείο και πηγαίναμε στο Σύνταγμα και με τα πόδια Πλάκα. Με παρακολουθούσε η μαμά μου κρυφά. Δεν το ήξερα. Ντυνόμουν λίγο εξαντρίκ. Η Πλάκα τότε ήταν ένα πιο ρομαντικό Γκάζι και είχε γκέι μαγαζιά όπως το «Why Not» και τις «Μούσες». Η Τσόξι που γνώρισα με πήγε ως πιο μυημένη να δω τις τραβεστί στο «Tammy’s», ένα υπόγειο στην Πλάκα. Τις είδα και έπαθα πλάκα, εκεί γνώρισα την Τζίνα. «Εδώ ανήκω», είπα.
Η αφήγηση ρέει και θραύσμα θραύσμα φτιάχνει την ιστορία της Αννας ή μάλλον συνοψίζει το στόρι κάθε τραβεστί στα δύσκολα χρόνια του ’70-’80. «Εφυγα απ’ το σπίτι, έπιασα ένα υπόγειο στο Κουκάκι. Δίπλα στην πιάτσα. Ένα υπόγειο συμβολίζει πολλά. Δεν φαινόμουν, ήλιος δεν με έβλεπε και τότε γνώρισα την Ντίνα, μια τραβεστί εμφανισιακά πολύ θηλυκή κι αυτή σαν εμένα, αλέγρα. Μαζί πηγαίναμε στην Υδρα κάθε Σαββατοκύριακο. Τα πιο ωραία χρόνια».
Συνεχίζει να συναρμολογεί την δική της πορεία στο σκληρό πεζοδρόμιο. «Είναι σαν βαθμίδες. Τότε μια τραβεστί δεν μπορούσε να βρει σπίτι μόνη της – η ταυτότητα έγραφε ακόμη το ανδρικό όνομα. Μαζευόμασταν τρεις τρεις, μοιραζόμασταν και τα έξοδα».

Η ΕΠΕΜΒΑΣΗ. Η κουβέντα πάει στην αλλαγή φύλου. «Ηταν 9 Μάρτη του 1989. Τώρα πάνε Λονδίνο, Καναδά, Αμερική, τότε ήταν η Καζαμπλάνκα». Η ιστορία έγινε πιο εύκολη για την Αννα, αφού ο μαροκινός εραστής που έμπλεξε ήταν «πανέμορφος, αριστοκρατικός, ευγενής». Και της έδωσε δύναμη. «Ξέρεις τι είναι να τρως γκλομπιά από μπάτσο, να κάθεσαι στη Συγγρού και να σου έρχεται γιαούρτι και την ίδια στιγμή να σε αγαπάει κάποιος τόσο;».Πώς είναι όταν ξυπνάς και είσαι πια γυναίκα; την ρωτάω. «Ημουν ζαλισμένη, κράτησε πέντε ώρες. Η πρώτη φράση της Στέλλας που με συνόδευε ήταν: «Καλωσήλθες στον Παράδεισο». Ηθελα να δω κάτω μου αλλά ήμουν φασκιωμένη και πολύ συγκινημένη. Η μαμά μου με περίμενε στο αεροδρόμιο ο μπαμπάς μου είπε «κορίτσι μου» – ώς τότε με έλεγε «παιδί μου». «Είναι δυνατόν αυτό το κορίτσι να ήταν ποτέ αγόρι;» είπε ο πατέρας μου», θυμάται η Αννα.

Previous

Advertisements