IMG_1164Ενοχές.

Συνειδητά ή όχι εισβάλουν στο μυαλό μου κάθε στιγμή που θα πατήσω το off και θα να ζητήσω την συντροφιά του εαυτού μου.
Εγώ και αυτός. Μόνοι μας. Εύκολη παρέα πιά, αγαπησιάρικη. Δεν ήταν πάντα έτσι. Κάποτε τον έτρεμα, τον φοβόμουν. Πολλές φορές τον ντρεπόμουν. Του άνοιξα διάπλατα την πόρτα και διαπίστωσα πως ήταν το ίδιο φοβισμένος με μένα.

Έτσι αγαπηθήκαμε, απο φόβο. Έτσι νομίσαμε. Ήταν η στιγμή της εξιλέωσης και για τους δυό μας. Του ζήτησα συγνώμη, γιατί τον παραμέλησα πολλά χρόνια. Τον άφηνα στην απ’ έξω. Δεν έδινα σημασία στις κραυγές του. Τον απομόνωσα σε μια γωνιά του μυαλού μου λες και έφταιγε αυτός για όλα τα δεινά που βρήκαν τη ζωή μου. Μα, με τα χρόνια δυσανασχετούσα. Η γεύση που μου άφηνε η κάθε χαρά είχε μια πίκρα στο τέλος της. Κάτι έλειπε.

Οι φωνές του δυνάμωναν, μου στοίχειωναν το ύπνο και είπα ήρθε ο καιρός να του ανοίξω την πόρτα. Πόσο θυμωμένος ήταν. Βέλη αμέτρητα οι λέξεις έβγαιναν απ τα χείλη του. Χολή έσταζε μετά απο κάθε υστερικό γέλιο. Του χάιδεψα διστακτικά το μάγουλο και μετά τα μαλλιά. Μαλάκωσε, ήταν πιο μόνος απο μένα. Η αποκάλυψη με σόκαρε.

Γίναμε παρεάκι απο περιέργια στην αρχή. Ανακαλύπτοντας με τον καιρό πόσα κοινά σημεία είχαμε,του επέτρεψα να με επισκέπτεται όποτε το είχε ανάγκη. Δεν άφησε καμμία ευκαιρία χαμένη. Κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Και επιτέλους ,κοιμόμουν γαλήνια. Και πάνω απ όλα δεν αισθανόμουν μόνη. Και ήρθαν οι εξομολογήσεις, οι ερωτήσεις, οι δύσκολες απαντήσεις, τα διαπεραστικά βλέμματα που πονούσαν σαν καρφιά. Ένα λουλούδι ήταν που ποτιζόταν με οτι μου περρίσευε. Του έριξα τόνους νερό,του έκοψα τα μαραμένα κοτσάνια,αφαίρεσα τα ζουζούνια απ τα άνθη του.

Του γυάλισα τα φύλλα με περίσσια τρυφερότητα. Τον μεταμόρφωσα σε ενα πανέμορφο κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Του είπα συγνώμη που ξέσκισα το δέρμα μου, χωρίς να υπολογίσω οτι κι αυτός πονάει. Ότι ενίοτε χαράμισα συναισθήματα σε ψυχές που δεν ήθελαν να κοιτάξουν την ψυχή μου κατάματα. Πληγονώταν, μα αδιαφορούσα. Με μια αδιαφορία πεισματικά εγωιστική.

Μια ευκαιρία ζητούσε να χωθεί εκεί που ανήκε. Να με υπερασπιστεί, μα δεν το ήξερα. Του ζήτησα ταπεινά συγνώμη για τα «ταξίδια» που έκανα χωρίς να τον έχω συνεπιβάτη. Για τα όνειρα που έκανα μόνο για την πάρτη μου, χωρίς να έχω τη δυνατότητα να σκεφτώ ότι ειναι μισά όνειρα.

Συγνώμη για τις απολαύσεις που γεύτηκα δίχως να του δώσω ούτε σταγόνα απ’ το βάζο. Για τη μοναξιά που βίωνα επειδή πίστευα οτι ειναι παρακμιακή η παρέα του. Συγνώμη για τα δάκρυα που έφυγαν απ τα μάτια μου, μα δεν τον άφηνα να πάρει την αλμύρα τους. Για τα χάδια που δεχόμουν στο κορμί μου αλλά τον αφόριζα με λέξεις ποταπές.

Η πρώτη φράση που ξεστόμισε μετά την αποκάλυψη της ψυχής μου, ήταν..
«Συγνώμη, που δεν ούρλιαζα πιο δυνατά Αννούλα μου…»

Advertisements