Υπάρχουν βραδιές – αραιώνουν σιγά, σιγά – πού λίγο πριν κλείσουν τα μάτια μου για την πιο γλυκιά αγκαλιά του κόσμου στο πρόσωπο του Μορφέα, βλέπω μια κόκκινη αντανάκλαση στο ταβάνι της κάμαρας μου.
Στοιχειωμένο κόκκινο. Χρόνια ολόκληρα.
Σχεδόν πάντα το έψαχνα σε τόσα δωμάτια, να εστιάσω πάνω του το βλέμμα μου μπας και αποφύγω μάτια που δεν ήθελα να αντικρίσω. Μην αισθανθώ ανάσες … και αποφύγω τον εμετό.
Αν είσαι πόρνη εν πλήρει συνειδήσει , θεωρητικά είναι πιο εύκολο να κοιτάξεις στα μάτια αυτόν που σε πληρώνει την ώρα που σε πηδάει. Πρακτικά δεν είναι.
Αισθάνεσαι ότι πρέπει το μάτι να λοξοδρομήσει. Κι έχεις να διαλέξεις : τον τραβάς επάνω σου ανάμεσα σε λαιμό και μαλλιά, με το όποιο βάρος η ιδρώτα εναποθέτει στο κορμί σου ή με αριστοτεχνικό τρόπο τον κρατάς σε κάποια απόσταση και αφήνεις επισφαλή τα μάτια στο όποιο βλέμμα;
Συνήθως προτιμούσα να κοιτώ το ταβάνι. Οι μυρωδιές και ο ιδρώτας με ένα καυτό μπάνιο μπορούν να φύγουν.
Είναι όμως κάποιες ματιές, που υπάρχουν ακόμα στο μυαλό μου. Λίγο μετά το τελείωμα. Με μια μικρή δόση απέχθειας. Σπάνιες ματιές αυτές. Αλλά αυτές έβρισκαν χαραμάδα να χωθούν πάντα σε κόκκινο φόντο.
Δεν μπορώ να έχω άποψη για την όποια κοπέλα βγάζει τον άρτον τον επιούσιον μπρούμυτα ή ανάσκελα, όταν κάνει αυτή τη δουλειά ασυνείδητα ή όταν της το επιβάλουν.
Στις μέρες μας αυτό είναι το πιο σύνηθες. Αυτό επικρατεί.
Όταν λειτουργούσα ένα στούντιο και είχα ως προσωπικό τέτοια κορίτσια, είδα πολλά άδεια βλέμματα. Κενά. Και πολλές φορές γεμάτα κακία.
Γι αυτό προτιμούσα να ψάχνω μια λάμπα στο ταβάνι ή ένα πίνακα στον τοίχο.
Όταν κοιτούσα ματιές επί χρήμασοι έβγαιναν συναισθήματα, όχι αναγκαία άσχημα, αλλά εκεί μέσα δεν χωράει κάτι τέτοιο. Ίσως μια απόλαυση αμφίδρομη πολλές φορές. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Αυτές τις χαραμάδες προσπαθώ να κλείσω, αλλά νομίζω πως είναι ανώφελο.

Advertisements