Αν ποτέ αυτοκτονήσω, θα είναι Κυριακή. Ακούγεται ακίνδυνη σαν φράση, γιατί λογικά δε σκέφτεσαι ποια μέρα θα αυτοκτονήσεις αν το έχεις σκοπό.
Και όμως, πολλές στατιστικές έχουν δείξει πως οι περισσότερες απόπειρες αυτοκτονίας γίνονται αυτή την ημέρα.
Ποια μέρα ήταν η δική μου απόπειρα, δε θυμάμαι. Είναι μακριά σαν εποχή από το μυαλό μου.
Μετά από τρία κουτιά χάπια που κατέβασα, μετά την πλύση στομάχου, η πρώτη σκέψη δεν ήταν προφανώς «τι μέρα έχουμε;».
Είχε κολλήσει ο εγκέφαλος αποκλειστικά στο θάνατο.
Την επόμενη φορά, ένα ξυραφάκι bic έσκισε τις φλέβες μου, σαν άψογος συνεργός των Lexotanil.
Πάλι δε με άφησαν να «φύγω». Αλήθεια, ούτε αυτή η απόπειρα θυμάμαι τι μέρα ήταν. Ίσως Κυριακή.
Έχει μια περίεργη μελαγχολία αυτή η μέρα. Να είναι ειδικά έτσι για όσους είναι μόνοι; Τους ρομαντικούς; Σαν εμένα;
Είμαι ρομαντική. Όπως υπήρξα μόνη κατά καιρούς και για μεγάλα διαστήματα. Μοναχική όμως, δεν είμαι.
Κι αν ο τρόπος ζωής μου δεν επιτρέπει να ξεχωρίζω τις μέρες, πάλι νοιώθω ξεχωριστή την Κυριακή.
Σαν παιδί, ήταν η μέρα της απογευματινής βόλτας με τα φιλαράκια μου, συνήθως στην πλατεία του Κολωνού. Αργότερα, το βραδάκι λίγο διάβασμα, μια και το επόμενο πρωί είχα σχολείο.
Με τα χρόνια, όταν πήρα «διαφορετικό δρόμο», η Κυριακή έγινε αφορμή για οικογενειακά τραπεζώματα. Μαζώξεις κάθε λογής στο σπίτι των γονιών μου. Αρκεί όλοι να είμαστε εκεί. Είτε το επιθυμούσαμε, είτε όχι.
Σαν βασίλισσα στη φωλιά μας μάζευε η μάνα μου, μην τυχόν και χαλάσει η κυψέλη της. Το καθήκον της έκανε.
Όσο και αν προσπάθησε η άμοιρη, δεν τα κατάφερε. Σκορπίστηκε το μελίσσι, λες και μας ψέκασαν με εντομοκτόνο.
Συνέχισα να πηγαίνω. Πάντα της είχα αδυναμία. Όπως κι αυτή, άλλωστε.
Αναζητώ τις Κυριακές εκείνες, αραιά και που.
Όσα χρόνια βολόδερνα στις επαρχίες σαν την τσιγγάνα, τις είχα αφιερώσει στο διάβασμα των εφημερίδων. Στο ξεφύλλισμα περισσότερο. Σαν κάθε μεσοαστός που σέβεται τον εαυτό του. Απατηλό αντιστάθμισμα. Ήταν και τα δωρεάν dvd ένα δέλεαρ. Μαζί με τη μοναξιά, που δεν άφηνε και πολλά περιθώρια, μια και τα βλέμματα των ανθρώπων σε ένα ξένο τόπο, γίνονται πιο διεισδυτικά σε πρόσωπα που φαίνονται και είναι διαφορετικά ή έστω, έτσι εκλαμβάνονται λόγω ιδιαιτερότητας.
Σήμερα και εδώ και λίγα χρόνια, οι Κυριακές μου έχουν μόνο μια έννοια. Καναπές.
Μετά από ένα έντονα κοπιαστικό διήμερο, λογικά θα έπρεπε να κοιμάμαι ως το επόμενο απόγευμα. Κι όμως. Όσο και αν με γοητεύει η νύχτα, την Κυριακή θέλω να τη ζω στο φως της.
Πίνω αργά και απολαυστικά τον καφέ μου, χαζεύω στο διαδίκτυο, αποφεύγω να μιλώ πολύ στο τηλέφωνο.
Επικρατεί μια περίεργη, μαζοχιστικά μοναχική, διάθεση. ‘Ίσως, απομεινάρια άλλων στιγμών. Μπορεί και επιθυμιών.
Τώρα που το σκέφτομαι, τις περισσότερες Κυριακές της ζωής μου, τις έχω περάσει παρέα με την Άννα. Και όχι πάντα από επιλογή.
Τελικά, ναι… Αν ποτέ αυτοκτονούσα, σίγουρα θα ήταν Κυριακή!
Πιθανότατα ανοιξιάτικη. Γεμάτη από μυρωδιά γιασεμιού. Και σίγουρα νύχτα.

Advertisements