Σπρώξε στην άκρη τις κολόνιες, τις οδοντόβουρτσες, την ξυριστική σου μηχανή, το after shave.
Κάνε χώρο. Μάλλον, καλύτερα να τα βγάλεις τελείως απ’ το ράφι.
Το βλέπεις πια καθαρά το είδωλο σου; Μην κοιτάς τα μαλλιά, τα φρύδια, τη ρυτίδα που ίσως χθες δεν την είχες. Κοίταξε τα μάτια σου. Όχι τι χρώμα έχουν. Ούτε αν διαθέτουν μαύρους κύκλους. Πιο κέντρο. Μπορείς; Το βλέμμα σου, μπορείς να το αντικρίσεις;
Με τι αρχίδια;
Αν τολμούσες να το κάνεις ποτέ, να απογυμνωθείς μπροστά στον καθρέφτη σου, θα αυτοκτονούσες την ίδια στιγμή. Μα δε σε άφησαν να το κάνεις.
Οι σύγχρονες Μήδειες δε σφάζουν τα παιδιά τους. Τα ευνουχίζουν. Ειδικά τα αγόρια. Τα αγόρια τους. Τα καμάρια τους. Που από μικρά, όταν τα κάνουν μπάνιο, η επωδός τους είναι «Τι άντρα έβγαλα εγώ; Τι αρχιδαρά; Δε θα αφήσεις θηλυκό για θηλυκό αγάμητο!».
Δεν αντιλαμβάνονται πως και στον δικό τους άντρα, τα ίδια έλεγαν οι μανάδες τους. Κι όλη την πίκρα και τα χαμένα όνειρα, τα περνάνε με ένα σαδομαζοχιστικό τρόπο στα παιδιά τους.
Άμοιρες γυναίκες. Κακόμοιρες γυναίκες.
Δε σε έφτυσε στη μούρη η μάνα σου, δε σου άστραψε ένα χαστούκι, όταν της αποκάλυψες το πρώτο ψέμα που είπες σε κάποιο ανύποπτο κορίτσι.
Ούτε για το δεύτερο. Μπορεί και να άνοιξε την ουρά του παγωνιού από περηφάνια, που έγινες γνήσιος άντρας.
Δεν είδε τα δάκρυα του κοριτσιού. Δεν την ένοιαζαν αυτά. Σε αποδοκίμασε ποτέ για το επόμενο ίδιο ατόπημα; Μπα…Αντίθετα, το χάρηκε.
Και βρήκες πια το νόημα. Ανακάλυψες το παιχνίδι.
Σάπιζες σιγά-σιγά, μα η δυνατή, ακριβή κολόνια, δεν άφηνε τη μυρωδιά να βγει. Έγινε συνήθεια. Δεύτερη φύση. Αν ήσουν και λίγο μέτριος στη εμφάνιση, έψαξες, ανακάλυψες τρόπους, τερτίπια, για να αποκτάς πάντα αυτό που θέλεις.
Το πιο εύκολο μονοπάτι, είναι το ψέμα. Και πάντα το ψέμα, μια Λερναία Ύδρα. Βγάζει άλλα τόσα κεφάλια ψεύδους. Εσύ νοιώθεις βασιλιάς. Κερδίζεις εξαπατώντας. Πρέπει να είναι και αφροδισιακό.
Μα κοίτα λίγο πιο καλά! Εστίασε στο κέντρο. Πιο βαθιά. Μην το φοβάσαι. Το πολύ-πολύ, να θολώσει το είδωλο απ’ τα δάκρυα.
Πόσο μόνος είσαι…Πόσο φοβάσαι…
Τα έχεις δώσει αυτά τα δάκρυα. Απλόχερα. Αλλά όχι στον καθρέφτη σου. Τα έδωσες όταν αντίκριζες άλλα μάτια, που πριν μια στιγμή βρήκαν αποδείξεις τρανταχτές, για το πόσο απατηλός είσαι. Ωωω…Ερινύες, ενοχές, τύψεις. Στιγμιαίες.
Όταν έκλεινες την πόρτα πίσω σου, στον καθρέφτη του ασανσέρ, έστρωνες τα λιγοστά μαλλιά σου. Ίσως να προσπαθούσες να σταματήσεις και το ελαφρύ τρέμουλο στα χείλη.
Άλλη μια νίκη. Μα πόσο μεγάλος είσαι; Αύριο, μεθαύριο, πάλι εκεί θα βρίσκεσαι. Το ξέρεις. Τον έχεις ερμηνεύσει το ρόλο, αμέτρητες φορές.
Ξεχνιέται η φράση σου; «Αν έχει εκατό γυναίκες σε ένα μαγαζί, θα την πέσω σε όλες. Θα φάω 99 χυλόπιτες, η μια θα μου κάτσει, θα γαμήσω».
Αν μια γυναίκα επιχειρούσε κάτι τέτοιο, στην πρώτη αποτυχία θα σταματούσε.
Αγαπάς; Πονάς; Συμπορεύεσαι; Σίγουρα ναι. Με το δικό σου τρόπο. Ο οποίος δεν ταιριάζει σε καμία που νοιώθει να χάνεται στα μάτια σου. Ξέρεις τελικά ποια θα περνάει καλύτερα μαζί σου και με την «κληρονομιά» της μάνας σου; Αυτή που δεν θα νοιώθει τίποτα βαθύ για σένα.
Μα αυτή, δεν σου κάνει. Πώς θα σκηνοθετήσεις το δράμα σου; Κι αν το κάνεις, ποια θα σε χειροκροτήσει; Δε θα δεις απόγνωση. Δε θα αισθανθείς προδότης. Δε θα ζεις. Δε θα ρουφήξεις αίμα.
Οι δικοί σου κυνόδοντες μεγαλώνουν μέσα απ’ την απελπισία που δημιουργείς. Απ’ την ανάγκη της παρουσίας σου στη σκηνή των έργων σου. Εκεί ζωντανεύεις. Γιατί στην ουσία, είσαι νεκρός. Υπάρχεις μέσα από τις ζωές των άλλων.
Ό,τι ξεχωριστό δεις, το ενστερνίζεσαι. Το κάνεις δικό σου.
Μα έλα, κοίτα τις κόρες σου. Διαστέλλονται. Λάμπεις. Πόσα ζευγάρια μάτια δάκρυσαν για σένα;
Αυτή η τελευταία, κάπου στο Νέο Κόσμο, έπαψε να δακρύζει. Μόνο αναθεματίζει δυο χρόνια. Όση ευτυχία ένοιωσε σε αγκαλιές αγαπημένες πριν από σένα, της τη ρούφηξες. Αρχίζει και ξεχνάει φωνές, αγγίγματα, ερωτευμένα λόγια.
Νίκησες ρε! Δεν θέλει να ονειρευτεί ξανά παρέα με κάποιον.
Πες τα συγχαρητήρια στο δημιουργό σου και κοίτα να αποφεύγεις τους καθρέφτες. Ακόμα και τις βιτρίνες.

Advertisements