Τη γνώρισα όταν ήμουν δυόμισι μηνών περίπου. Μόλις με είχαν φέρει απ’ την Ουγγαρία νομίζω.
Ζήτησε από τον πωλητή «όσο πιο μικρό γίνεται» γιατί ταξίδευε συνέχεια.
’Οταν με πήρε στα χέρια της, ήμουν σαν μαύρο ποντίκι, με προδιαγραφές να γίνω χρυσαφιά.
Έλαμψαν τα μάτια της. Είχε καλοσυνάτο βλέμμα και μακριά, απαλά δάχτυλα.
Τους πρώτους μήνες δεν καταλάβαινα και πολλά πράγματα. Ζούσαμε στο Βόλο και ήταν χειμώνας. Δεν με άφηνε να κοιμηθώ μαζί της, γιατί κατούρησα το κρεβάτι την πρώτη φορά. Σχεδόν τη μισούσα τότε.
Προσπαθούσα να ανέβω στο κρεβάτι αλλά ήταν πολύ ψηλό. Όταν άρχιζα να κλαψουρίζω μου έλεγε ένα «σούτ» και σταματούσα. Ήμουν πολύ έξυπνη, από μικρή.
Ξυπνούσε αργά. Έπινε τον καφέ της χουχουλιασμένη στο πάπλωμα κι εκείνη ήταν η καλύτερη μου ώρα, γιατί με είχε κοντά της. Τη μύριζα. Με έπαιζε.
Κάτι χαζά κουκλάκια μου έπαιρνε συνέχεια, αλλά δεν της χαλούσα χατίρι. Είχε και μια μελαγχολία στα μάτια.
Μόνες μας κοιμόμασταν. Χωριστά.
Κατά τις τέσσερις το απόγευμα με έχωνε μέσα στο μπουφάν της και μπαίναμε στο αυτοκίνητο.
Δεν μου άρεσε η θέση του συνοδηγού. Αυτή προσπαθούσε να με κρατήσει εκεί. Δεν ήξερε ακόμη πόσο πεισματάρα είμαι.
Από πού πήρα άραγε; Στο τέλος έγινε το δικό μου. Πάνω στα πόδια της όλη την ώρα.
Ακόμη κι όταν μεγάλωσα, λίγο βέβαια -ενάμισι κιλό έγινα- και άλλαξε αυτοκίνητο, το κεφάλι μου έβρισκε στο τιμόνι.
Όταν έστριβε κουνιόμουν σαν κάτι ψεύτικα καφετιά ή πουά σκυλάκια περασμένων δεκαετιών στο πίσω παρμπρίζ, που ανεβοκατέβαζαν το κεφάλι τους. Έτσι πήγαινε και το δικό μου. Με πονούσε λίγο, αλλά δεν έφευγα απ’ τα πόδια της.
Αφού με είχε ανάγκη. Το ήξερα.
Κάθε μέρα πηγαίναμε σε ένα σπίτι, με άφηνε λίγο μόνη μου δεμένη -το σιχαινόμουν-, κάτι έβαζε στο πρόσωπο της, άλλαζε ρούχα, έμενε σχεδόν γυμνή. Άκουγα κάτι παράξενους ήχους. Μετά έμαθα ότι το λένε μουσική.
Έσβηνε τα δυνατά φώτα μια άλλη κυρία και σαν να έπαιζαν ένα παιχνίδι. Έβγαινε πρώτα η άλλη κυρία, μιλούσε με κόσμο που δεν έβλεπα και μετά από λίγο έφευγε και η δικιά μου.
Όλο το βράδυ αυτό το πράγμα. Περίμενα πώς και πώς να γυρίσει.
Καμιά φορά αργούσε παραπάνω και δεν μου μιλούσε. Είχε νεύρα. Αυτοί οι κύριοι θα έφταιγαν. Κάποιες φορές έκλαιγε κιόλας. Μ’ έπαιρνε αγκαλιά και έγλειφα τα δάκρυα της. Αλμυρά ήταν, αλλά γελούσε όταν το έκανα και δεν με πείραζε η αλμύρα.
Μετά πήγαμε σε ένα νησί. Πολύ μου άρεσε εκεί, γιατί δεν έκανε κρύο.
Μόνο που με άφηνε πολλές φορές μόνη μου. Πήγαινε στη θάλασσα μάλλον, γιατί όλο και πιο σκούρα γυρνούσε. Από άσπρη, έγινε…γκρι.
Πάλι με μια άλλη κυρία εκεί, καλή κι αυτή, έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι, αλλά σ΄αυτό το σπίτι όταν έφευγε για δέκα με δεκαπέντε λεπτά, κουραζόταν πιο πολύ, γιατί ανέβαινε αρκτές σκάλες για να πάει στους κυρίους.
Μόλις άκουγα το πρώτο βήμα στο σκαλί να κατεβαίνει μετά, την περίμενα στη γωνία της πόρτας κουνώντας συνέχεια την ουρά. Ανεμιστηράκι με έλεγε.
Εδώ έκλαιγε σπάνια. Κάποιες φορές άνοιγε ένα ωραίο κουτάκι, έπαιρνε κάτι από μέσα, το κατάπινε με λίγο νερό και ήταν ήρεμη.
Την παρακαλούσα με κλαψουρίσματα να μου δώσει και μένα και πάλι έβαζε τα γέλια. Τι όμορφη που ήταν όταν γελούσε.
Κι όταν της το προκαλούσα εγώ, ήταν ακόμη πιο όμορφη.
Φύγαμε κι απ’ το νησί και ήρθαμε σε ένα όμορφο σπίτι στην Αθήνα.
Πάλι με άφηνε πολλές ώρες μόνη μου. Την περίμενα πίσω από την πόρτα ώσπου να γυρίσει. Ήταν πιο χαρούμενη πια. Δεν ξέρω γιατί.
Μια φορά έφυγε για δέκα μέρες στην Κύπρο, απ’ ό,τι κατάλαβα και με άφησε σε μια φίλη της. Πολύ καλή μαζί μου. Με έπαιρνε παντού παρέα και όταν γυρίζαμε σπίτι μου καθάριζε τα πατουσάκια με μωρομάντιλα.
Αλλά μου έλειπε εκείνη. Πού πήγε; Πώς περνάει εκεί; Παίζει πάλι το ίδιο παιχνίδι χωρίς εμένα; Το έχει ακόμη εκείνο το μικρό κουτάκι;
Όταν γύρισε, φυσικά δεν της μιλούσα για τρεις μέρες. Σημασία δεν της έδινα. Λέρωσα και όλο το σπίτι, που ποτέ δεν το έκανα, γιατί μου έχει δώσει ανατροφή. Αλλά πώς να της δείξω ότι θύμωσα που με άφησε;
Κοιμόμασταν μαζί πια. Σχεδόν αγκαλιά. Όταν ηρεμούσε η ανάσα της, με έπαιρνε και μένα ο ύπνος. Ασημένια έγινα τελικά. Έτσι. Αντισυμβατική κι εγώ. Τι σόι παρεάκι είμαστε;
Την άνοιξη άρχισε να έρχεται ένας ψηλός κάθε μέρα στο σπίτι μας.
Όλο και χωνόμουν ανάμεσα τους. Ζήλευα.
Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι περίσσευα. Ήταν ερωτευμένοι. Τους άφηνα να κοιμούνται μόνοι. Κι όμως, με φώναζε κάθε βράδυ. Της έλειπα κι ας είχε άλλη αγκαλιά.
Μετά από ένα χρόνο, όλο φασαρία έκαναν. Αυτή φώναζε, έσπαγε πράγματα κι εγώ φοβόμουν και πήγαινα στην κρυψώνα μου.
Μετά από δυο χρόνια, εκείνος σταμάτησε να έρχεται σπίτι μας.
Κρίμα, τον είχα συμπαθήσει. Την πρόσεχε, αλλά κάτι κακό της είχε κάνει, γιατί την έβλεπα τα βράδια να ανοίγει πάλι εκείνο το όμορφο κουτί.
Τώρα, σήμερα πια, είναι όλη δική μου.
Πάνω στα μαλλιά της κοιμάμαι συνήθως. Μυρίζουν ωραία. Την προστατεύω κιόλας. Αν ακούσω κάνα περίεργο θόρυβο, αρχίζω και ουρλιάζω.
Είναι πιο ευαίσθητη από μένα, αλλά δεν της έχω δείξει ότι το ξέρω. Μου τα παρέχει όλα. Ενώ αυτή;…
Και όλο της ζητάω να παίξουμε, που και να μην έχει όρεξη, με παίζει. Κάθε παιχνίδι το λέμε «μπαλάκι» για να μη μπερδεύομαι.
Την αγαπώ. Είναι η ζωή μου. Όταν δεν νιώθει καλά, την αφήνω να με χαϊδεύει ώρες. Της κάνει καλό.
Κι όταν φύγω, γιατί εγώ πρέπει να φύγω πρώτη, ξέρω πως θα της έχω χαρίσει απέραντη γαλήνη και ευτυχία.
Με λένε Λούσυ και είμαι απ’ τα τυχερά σκυλάκια του κόσμου.
Μου το επιβεβαιώνει κάθε μέρα το χαμόγελο της.

Advertisements