Πρώην «κανονικοί» άνθρωποι, είναι πλέον άστεγοι, λιμοκτονούν.
Φασίστες γρονθοκοπούν απροκάλυπτα -και μάλιστα με γυναικείο τρόπο- μπροστά στις κάμερες. Δεν χρειάζεται πολύ φαντασία για να καταλάβω τι γίνεται πίσω απ’ αυτές.
Συνάνθρωποι μας αυτοκτονούν, αδυνατώντας να επιβιώσουν.
Λαμόγια που μας έφτασαν στο προτελευταίο στάδιο της αξιοπρέπειας, τολμούν και εμφανίζονται με παρρησία και θράσος παντού και ζητούν να τους ξαναεμπιστευτούμε.
Όσο και αν τιμωρηθεί ο Άκης, σίγουρα εκεί μέσα περνάει καλύτερα από εμάς. Εμείς είμαστε οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, σε μοντέρνα έκδοση.
Σωτήρες επηρμένοι, τάζουν όνειρα. Εξίσου εγκληματικό, γιατί εκ των πραγμάτων, δεν μπορούν να τα υλοποιήσουν. Υπόσχονται μια Ελλάδα, που θα αργήσουμε πάρα πολύ να ξαναδούμε. Ίσως τα παιδιά σας και τα ανίψια μου. Τα νήπια.
Φαντάσματα μοιάζουν τα νεκρά, άδεια μαγαζιά, σε μικρά στενά ή λεωφόρους.
Γονείς αδυνατούν να ταΐσουν τα παιδιά τους. Αυτή η μορφή απόγνωσης, είναι ίσως η χειρότερη.
Νέα ζευγάρια αρνούνται από φόβο και ανασφάλεια να φέρουν καινούρια ζωή σε ένα ζοφερό σκηνικό. Ληστές (αλλοδαποί;) σκοτώνουν εν ψυχρώ με καλάσνικωφ, για μια χούφτα ευρώ.
Οι δρόμοι πολλές φορές έχουν όψη ερημικού Αυγούστου στην Αθήνα. Αισθάνεσαι τυχερός που δεν έχει κίνηση, αλλά αυτόματα αναλογίζεσαι την αιτία του γεγονότος και αισθάνεσαι ενοχές για τη σκέψη σου.
Μελαγχολικά μάτια τα μπροστινά φανάρια των αυτοκινήτων, αραδιασμένα στη σειρά, να σε κοιτούν από τις μάντρες των αλλοτινών βασιλιάδων.
Ψάχνεις εναγωνίως την πιο φτηνή βενζίνη, όχι για να φουλάρεις, για να κινηθείς λίγο ακόμη.
Χαίρεσαι κάπως μνησίκακα όταν βλέπεις τις κίτρινες πεταλούδες στοιχισμένες σε ουρές, σε κάθε πιάτσα. Κατήφεια στα πρόσωπα αυτών που χρόνια αποκαλούμε ταρίφες.
Και σκέφτεσαι πάλι. « Ξέχνα την απαξίωση του, επειδή όταν του ζητούσες κούρσα σου αρνιόταν γιατί δεν τον βόλευε η διαδρομή. Έχει οικογένεια πίσω του, παιδιά».
Θυμώνω και δακρύζω όταν πληρώνουν λάθη μεγάλων, τα παιδιά.
Μοιάζει με ταινία τρόμου, αλλά δυστυχώς δεν είναι.
Όλοι ακούμε φωνές από παντού, σαν σύγχρονες Ζαν ντ’ Αρκ, «τα χειρότερα έρχονται».
Για πάρα πολλούς ήρθαν. Δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις για να δούμε ότι μέρα με τη μέρα έρχεται και η σειρά μας.
Το βλέπουμε στο διπλανό μας. Στο φίλο μας που χάνει τη δουλειά του. Το νοιώθεις να σε πλησιάζει.
Έχω την πολυτέλεια να μένω στον έκτο όροφο και δεν μπορώ πλέον να το χαρώ.
Με καύσωνα κλειδαμπαρώνω πόρτες και παράθυρα τις νύχτες, μην εισβάλουν στο σπίτι και αρπάξουν ό,τι με κόπο απόκτησα. Πιθανόν και τη ζωή μου. Και διστάζω να ανοίξω το κλιματιστικό, έχοντας μπροστά το λογαριασμό της ΔΕΗ.
Η «ομίχλη» του Κάρπεντερ, είχε πρασινωπό χρώμα.
Η δική μας τα έχει όλα. Λείπει το λευκό που η φύση της χάρισε. Στο κέντρο, υπάρχει μαύρο.
Θα μας τυλίξει, μη γελιόμαστε. Είτε με ευρώ, είτε με δραχμή, εκεί θα καταλήξουμε. Κι αν έχεις έστω και μια μικρή αίσθηση ευθύνης, περνά σαν κάμπια η σκέψη: μήπως το αξίζουμε;
Ίσως, το τονίζω, ίσως, εμείς οι παλαιότεροι, ναι. Είμαστε συνυπεύθυνοι. Ο καθένας με το μικρό ή το μεγάλο του όπλο.
Ο φόβος για την κατάληξη, έχει σχεδόν φύγει από μέσα μου. Πήρε τη θέση του, η επίγνωση.
Όταν φτάσουμε όλοι εκεί, τι κάνουμε;
Μου είπε μια γλυκιά φίλη, να αγαπάμε πιο πολύ. Έχουμε τους φίλους μας να πάρουμε και να δώσουμε. Αντί για πετρέλαιο, μια αγκαλιά.
Βρήκα πιο ρομαντικό άνθρωπο από μένα, σκέφτηκα; Με γλύκανε, αλλά ξύπνησα πιο τρομαγμένη.
Αυτός που μιλάει λίγο, εκ του ασφαλούς, επειδή ήταν προνοητικός για τη ζωή του, δικαιούται να το λέει.
Δικαιούται ο πτυχιούχος ή ο τεχνίτης μια θέση εργασίας -κάνοντας τεράστιες εκπτώσεις, ίσως, στην ηθική του και την αξία του- αλλά ένα μεροκάματο θα το βρει. Ελάχιστο; Θα το βρει όμως. Κάπου θα βολευτεί…Οι άλλοι;
Λέω αντίο στην καλοπέραση, όπως οι περισσότεροι. Παράπονο δεν έχω. Χόρτασα.
Η επιβίωση όμως, είναι άλλο πράγμα. Αυτό που ως τώρα το ονόμαζα επιβίωση, ήταν απλώς…ζωή.
Με πολλές δυσκολίες μεν, αλλά ζούσα και στιγμές που λίγοι άνθρωποι έχουν βιώσει.
Ένα κορμί είχα οδηγό. Καλή μηχανή, γερό σκαρί. Και τι δεν άντεξε και τι δεν μου πρόσφερε. Εκείνος ο φίλος μου ο καθρέφτης με ξεγέλασε, το φίδι.
Και πέρασαν τα χρόνια. Κι η μηχανή αρχίζει και ζητά κ.τ.ε.ο. αναδομήσεις, αναστηλώσεις. Χτίσιμο εν ολίγοις.
Μα δεν υπάρχουν τα εχέγγυα. Ο χρόνος δεν έχει τιμή. Μόνο αξία. Δύο σιλικόνες θα μείνουν όρθιες, όπως έχω ξαναπεί, αλλά τι να πρωτοσώσουν κι αυτές;
Τώρα που πήρα το θάρρος και την απόφαση να «πουλήσω» και το μυαλό μου, με κοιτάει με πλάγια ματιά η ζωή και μου πετάει ειρωνικά στα μούτρα.
«Λάθος τόπος, λάθος χρόνος…χρυσή μου…».

Advertisements